Τρίτη, 4 Νοεμβρίου 2014

Επειδή ο Δήμαρχος αδιαφόρησε για τα παιδιά


Εμείς στη θέση του Δημάρχου. Επειδή εκείνος αδιαφόρησε για τα παιδιά

Δημοσιεύτηκε: Κυριακή, 2 Νοεμβρίου 2014 | ΑΓΓΕΛΙΟΦΟΡΟΣ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΤΣΙΑΚΑΛΟΥ

Στο ημερολόγιό μου ήταν σημειωμένο γι' αυτό το Σαββατοκύριακο «υποδοχή προσφύγων». Οικογενειακώς σχεδιάζαμε να συμμετάσχουμε στην υποδοχή των προσφύγων που ήταν να έλθουν την 1η Νοεμβρίου στο νέο Φιλοξενείο της πόλης μας, όπως άλλωστε οικογενειακώς συμμετείχαμε σε όλες τις συζητήσεις που έγιναν για τη δημιουργία του Φιλοξενείου στη συνοικία μας, την Τούμπα.

Είχε δημιουργήσει κάποιες εντάσεις η σχετική απόφαση του Δήμου Θεσσαλονίκης, καθώς την
ενδημική πια δυσπιστία στα λόγια των πολιτικών πήγαν να εκμεταλλευτούν κάποιοι για να δημιουργήσουν -αυτή είναι η κυρίαρχη άποψη- έναν νέο ξενοφοβικό και ναζιστικό «Άγιο Παντελεήμονα», αυτή τη φορά στη Θεσσαλονίκη. Γρήγορα όμως αποδείχτηκε ότι ήταν μετρημένοι στα δάχτυλα ενός χεριού, παροδική η παρουσία τους, απομακρύνθηκαν και χάθηκαν, καθώς οι πολίτες, όταν έχουν τη δυνατότητα να συμμετάσχουν σε δημοκρατικές διαβουλεύσεις, δε χειραγωγούνται ποτέ από ακροδεξιούς αγύρτες. Όμως, αλήθεια είναι επίσης ότι η δυσπιστία των κατοίκων απέναντι στα λόγια και στις υποσχέσεις των δημοτικών αρχόντων παρέμεινε πολύ ισχυρή, και από την αρχή ήταν βέβαιο ότι μόνον πράξεις -όχι λόγια!- θα μπορούσαν να τη διαλύσουν. Κι αυτές τις πράξεις της Δημοτικής
Αρχής περιμέναμε όλον τον καιρό.

Περνούσα τις τελευταίες εβδομάδες σχεδόν καθημερινά από το χώρο που, μετά από κατάλληλη διαμόρφωση, θα φιλοξενούσε από την 1η Νοεμβρίου τις εφτά προσφυγικές οικογένειες. Όμως καμιά κίνηση δεν έβλεπα, κι άρχισα ν' ανησυχώ. Αναρωτιόμουν αν είχαν, ίσως, δίκιο όσοι και όσες δυσπιστούσαν σε όσα έλεγε και υποσχόταν η Δημοτική Αρχή, και επιπλέον αναρωτιόμουν εάν εκεί στη Δημοτική Αρχή αντιλαμβάνονταν τις κοινωνικές και πολιτικές επιπτώσεις της δικής τους ολιγωρίας. Γιατί είναι γνωστό ότι η όλο και μεγαλύτερη αποστροφή των πολιτών από τις πολιτικές διεργασίες και η συνακόλουθη περιφρόνηση του δημοκρατικού συστήματος έχουν αφετηρία τις επανειλημμένες ματαιώσεις που βιώνουν οι άνθρωποι από την αναντιστοιχία μεταξύ των λόγων και των πράξεων των πολιτικών.
Η φράση «όλοι είναι ψεύτες και αδιαφορούν για εμάς» έρχεται συνήθως ως πολιτικό απόσταγμα της διαχείρισης τέτοιων ματαιώσεων. Φοβούμαι ότι αυτό ακριβώς μπορεί να συμβεί τώρα ως αποτέλεσμα της απόλυτης αδράνειας της Δημοτικής Αρχής στην περιοχή του Φιλοξενείου. Κι αυτή η εξέλιξη δεν μπορεί να γίνει δεκτή.

Στις διαβουλεύσεις είχε τεθεί από τους περίοικους το θέμα της παιδικής χαράς που βρίσκεται στο χώρο. Σ' αυτή θα συναντιούνται τα παιδιά, ντόπια και προσφυγάκια, και θα συμβιώνουν, ξεπερνώντας το εμπόδιο της διαφορετικής γλώσσας και αγνοώντας το διαφορετικό χρώμα της επιδερμίδας, με τον τρόπο που μόνο τα παιδιά ξέρουν και μπορούν: με το παιχνίδι. Όμως αυτή η παιδική χαρά είναι ένας εγκαταλελειμμένος, απεριποίητος και αφιλόξενος τόπος. «Πώς είναι δυνατόν να μιλάς για φιλοξενείο, όταν επιμένεις να αδιαφορείς για το χώρο φιλοξενίας των μικρών παιδιών;» Αυτό είναι το ερώτημα των κατοίκων, και θεωρούν ότι η πρακτική απάντηση στο ερώτημα αυτό αποτελεί δείκτη του βαθμού ενδιαφέροντος του Δημάρχου για την περιοχή και τους ανθρώπους της -ντόπιους και πρόσφυγες.

Ομολογώ ότι συμμετέχοντας πολύ ενεργά στις σχετικές συζητήσεις συμφώνησα από την πρώτη στιγμή με την άποψή τους και έκανα έκκληση στους ανθρώπους του Δήμου να προχωρήσουν, ανεξάρτητα από τη πρόοδο των εργασιών του Φιλοξενείου, σε αναβάθμιση του χώρου, που άλλωστε δεν κοστίζει πολλά χρήματα και μπορεί να γίνει από τις υπηρεσίες του Δήμου. Δεν το έκαναν μέχρι σήμερα, αν και θα έπρεπε να γνωρίζουν ότι η αδιαφορία πραγματοποίησης ενός τόσο μικρού έργου έρχεται να ενισχύσει την άποψη «αυτοί δεν ενδιαφέρονται ούτε για εμάς ούτε για τους πρόσφυγες, αυτοί μόνον για την απορρόφηση ευρωπαϊκών κονδυλίων ενδιαφέρονται». Άποψη, η οποία στη συνέχεια τροποποιείται συνειδητά και συστηματικά από τους ακροδεξιούς αγύρτες στο ψευδές και απατηλό σύνθημα «αυτοί αδιαφορούν για τα δικά μας παιδιά και ξοδεύουν χρήματα μόνον για τους μετανάστες και τους πρόσφυγες».

Προφανώς δεν θα επιτρέψουμε μια τέτοια εξέλιξη. Θα επιμείνουμε να προχωρήσουν γρήγορα οι εργασίες για την εστία των προσφύγων. Ταυτόχρονα, όμως, θα προχωρήσουμε μόνοι μας πια και χωρίς χρονοτριβή σε αναβάθμιση της παιδικής χαράς και θα αναρτήσουμε μια πινακίδα, παρόμοια σε εμφάνιση με εκείνες στις οποίες οι δήμαρχοι αποθανατίζουν το όνομά τους, που θα λέει: «Εμείς, οι κάτοικοι της Τούμπας, στη θέση του Δημάρχου, επειδή εκείνος αδιαφόρησε για τα παιδιά».

Στο ημερολόγιό μου σημειώνω για το άλλο Σαββατοκύριακο: «Οικογενειακώς και με ρούχα
εργασίας στην παιδική χαρά του Φιλοξενείου (εκτός κι αν μας προλάβει η δημοτική αρχή)». Και είμαι βέβαιος ότι η οικογένειά μας δεν θα είναι μόνη.




Δευτέρα, 20 Οκτωβρίου 2014

Ναζί υποψήφιοι για τα υπηρεσιακά συμβούλια; Βεβαίως ΟΧΙ!

Πολιτισμός και βαρβαρότητα στις εκλογές θεσμικών οργάνων

του Γιώργου Τσιάκαλου

Ξημεροβραδιάζεται στο νοσοκομείο. Κομμάτι του είναι της πια ο όρκος του Ιπποκράτη, πως ν’ αφήσει τους ασθενείς της μόνους τους όταν ξέρει ότι με την παρουσία της αισθάνονται ασφαλείς και ηρεμούν; Δεν παραπονιέται, αυτό ήταν το όνειρό της από τότε που στα μικρά της χρόνια αποφάσισε να ζήσει τη ζωή της με νόημα. Πολύ μακριά από τους δικούς της οι σπουδές της, στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο στην Αλεξανδρούπολη, μακριά από τα μέρη της και η δουλειά της τώρα, στη Δυτική Μακεδονία. Όμως τι σημασία έχει;  Οι άνθρωποι είναι παντού άνθρωποι, το ίδιο πονούν, το ίδιο ανησυχούν, την ίδια παρηγοριά αναζητούν, οι ασθενείς οπουδήποτε στη γη την ίδια φροντίδα χρειάζονται – κι εκείνη, για όλα αυτά είναι κοντά τους. Ακόμη κι αν καμιά φορά την απορρίπτουν ζητώντας «δικό τους» γιατρό, δεν ενοχλείται, η ανθρώπινη συμπεριφορά μπορεί να πάρει προσβλητικές διαστάσεις σε στιγμές ανασφάλειας, πόσο μάλιστα όταν κινδυνεύει η ίδια η ζωή. Άλλωστε, ακόμη πιο έντονη και γλυκιά αισθάνεται την ικανοποίηση αργότερα, όταν, έχοντας  πια γνωριστεί, βιώνει την εμπιστοσύνη, το σεβασμό και την αγάπη των ασθενών της στο πρόσωπό της.
Την προηγούμενη εβδομάδα πήγε να ψηφίσει στον Ιατρικό Σύλλογο, που είναι θεσμός με πολλές αρμοδιότητες, και σημαντικότερη απ’ όλες το μέλημα  να τηρείται ο όρκος του Ιπποκράτη.  Με «τακτοποιημένες» όλες τις υποχρεώσεις της απέναντι στο σύλλογο, ξαφνιάστηκε όταν άκουσε ότι δεν είχε δικαίωμα ψήφου. Από το 1957 υπάρχει νόμος –έτσι πληροφορήθηκε- που δεν επιτρέπει τη συμμετοχή αλλοδαπών γιατρών στις εκλογές, κι εκείνη κατάγεται από τη Νιγηρία. Πολιτισμένη η διαμαρτυρία της πέρασε απαρατήρητη από τα ΜΜΕ, ήλθε, όμως, να μας υπενθυμίσει τις ελλείψεις και τις στρεβλώσεις στη λειτουργία κάποιων σημαντικών θεσμών μας, και, έμμεσα, να μας προειδοποιήσει για τους κινδύνους που ελλοχεύουν εξαιτίας τους.

Την ίδια εβδομάδα οι ανησυχίες για τους κινδύνους αυτούς επιβεβαιώθηκαν, καθώς για την εκλογή
στο Περιφερειακό Υπηρεσιακό Συμβούλιο Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης (ΠΥΣΠΕ) Δυτικής Θεσσαλονίκης υποψηφιότητα υπέβαλε κι ένα εθνικοσοσιαλιστικό ψηφοδέλτιο αποτελούμενο από δύο εκπαιδευτικούς που μοιράζονται το όραμα της Χρυσής Αυγής για την κοινωνία. Ποιο είναι αυτό το όραμα; Είναι το όραμα μιας κοινωνίας απόλυτης βαρβαρότητας, όπου ο ηγέτης («φύρερ») συγκεντρώνει στο πρόσωπό του και ασκεί κάθε εξουσία, και όπου δεν είναι αυτονόητο το δικαίωμα κάθε ανθρώπου στη ζωή αλλά εξαρτάται από το βαθμό αρτιμέλειάς του ή/και επιθυμητών στον φύρερ ιδιαίτερων βιολογικών χαρακτηριστικών. Πρόκειται για μια ιδεολογία απόλυτης περιφρόνησης του ανθρώπινου προσώπου και των ανθρώπινων αξιών, μια ιδεολογία που θεμελιώνεται στον απόλυτο ανορθολογισμό και χαρακτηρίζεται απ’ αυτόν. Πρόκειται, δηλαδή, για μια κοσμοθεωρία που βρίσκεται σε πλήρη αντίθεση προς τις διακηρυγμένες αρχές και τους διακηρυγμένους σκοπούς κάθε δημοκρατικού εκπαιδευτικού συστήματος. Όμως η
υποψηφιότητα αυτή έγινε δεκτή, καθώς το θεσμικό πλαίσιο μπορεί να απαγορεύει στους φύλακες-αγγέλους της υγείας και της ζωής μας να ψηφίζουν στους συλλόγους τους αλλά στους αρνητές των αρχών της ανθρώπινης κοινωνίας και του πολιτισμού παρέχει το δικαίωμα ακόμη και να θέτουν υποψηφιότητα για να εκλεγούν σε θεσμικά όργανα. Χρειάζεται πολύ για να κατανοήσει κανείς ότι κάτι δεν πάει καλά με τους θεσμούς μας; Και είναι άσχετη η ανάπτυξη του ανορθολογισμού και του ναζιστικού λόγου στη χώρα μας από τον τρόπο λειτουργίας τέτοιων θεσμών;


Στο Παιδαγωγικό Τμήμα λειτουργούσε για χρόνια μια υπηρεσία για φοιτητές και φοιτήτριες με αναπηρία. Η ύπαρξή της έκανε δυνατή την επιτυχία δεκάδων νέων ανθρώπων που προηγουμένως αποκλείονταν από την τριτοβάθμια εκπαίδευση. Στελεχωμένη η υπηρεσία από μια αποσπασμένη εκπαιδευτικό όλο κι όλο, η οποία όμως είχε όλες τις απαραίτητες γνώσεις και δεν υπολόγιζε ωράριο. Πέρυσι (και φέτος, φυσικά) δεν αποσπάστηκε. Στις εκκλήσεις του Τμήματος, το Υπουργείο απάντησε λέγοντας ότι κανένας ανεξαιρέτως δεν θα αποσπαστεί από τα σχολεία, συνεπώς ούτε για τις ανάγκες των αναπήρων, κι ας συνεπάγεται αυτό τον αποκλεισμό τους από τις πανεπιστημιακές σπουδές. «Κανένας ανεξαιρέτως», λοιπόν; Όχι, βέβαια! Από το σχολείο της συγκεκριμένης εκπαιδευτικού πήρε απόσπαση ένας «συνάδελφός» της, αυτός όμως για να υπηρετήσει στα γραφεία της «Χρυσής Αυγής» τα οράματα ενός κόσμου όπου οι ανάπηροι δεν έχουν δικαίωμα στη ζωή.
Τυπικά όλα είναι εντάξει: να μην έχει δικαίωμα ψήφου στον Ιατρικό Σύλλογο, λόγω καταγωγής, η αφοσιωμένη στους/στις ασθενείς της γιατρός, να μην αποσπάται η εκπαιδευτικός που κάνει πραγματικότητα τα καλύτερα οράματα της Παιδαγωγικής προς όφελος των αδικημένων, αλλά να αποσπάται στα γραφεία μιας εγκληματικής οργάνωσης ένας υπάλληλος που προφανώς βρίσκεται σε πλήρη διάσταση από το λειτούργημα του δασκάλου. 

Μέσα σ’ αυτό το πολιτικό πλαίσιο δεν ξαφνιάζει το γεγονός ότι ο τελευταίος διεκδικεί τώρα –έτσι μου είπαν- μέσα από το εθνικοσοσιαλιστικό ψηφοδέλτιο την εκλογή του στο ΠΥΣΠΕ, και τη δυνατότητα να ασκεί εξουσία και να προωθεί την απάνθρωπη ιδεολογία του. Να, πως γεννιέται και πως τρέφεται το ναζιστικό θράσος στη χώρα μας. Το ζήτημα είναι πόσο καιρό ακόμη θα το ανεχτούμε. Στην εκπαίδευση, πάντως, ούτε μια στιγμή.





Τρίτη, 30 Σεπτεμβρίου 2014

Η Τούμπα, οι μετανάστες και τα σκουπίδια της Τσιμπλούκας

Στην Ανοιχτή Συνέλευση της Δ' Κοινότητας του Δήμου Θεσσαλονίκης, που είχε θέμα τη δημιουργία "Φιλοξενείου" προσφύγων στην Τούμπα, συμμετείχαν πολλές συλλογικότητες και κάτοικοι της συνοικίας. Μία από τις ανακοινώσεις που μοιράστηκαν ήταν αυτή της "Συλλογικότητας για τον Κοινωνικό Αναρχισμό 'Μαύρο & Κόκκινο'". Τη δημοσιεύω ως δείγμα μιας κοινωνικής ευαισθησίας και πολιτικής σκέψης που παραμένουν άγνωστες στον πολύ κόσμο - ενώ αξίζουν ιδιαίτερης προσοχής.

Η Τούμπα, οι μετανάστες και τα σκουπίδια της Τσιμπλούκας

Λοιπόν, γεννηθήκαμε και στην Τούμπα. Πήγαμε δημοτικό στου «Αδαμίδη» και στο «Τενεκεδένιο», το ένα χτισμένο από λαμαρίνη και τ’ άλλο από αμίαντο καρκινογόνο. Κάποτε το γκρέμισαν αφού τόσες γενιές μεγάλωσαν σ’ αυτό. Οι γονείς μας γεννήθηκαν εδώ, στα ίδια σχολεία έτρεξαν γέλασαν στα ίδια στενά έπαιξαν. Πρόλαβαν βέβαια τούτοι οι τυχεροί τα σπιτάκια με τις μεγάλες αυλές, τις ξαμπάρωτες πόρτες, το κουτσομπολιό των Σμυρνιών γιαγιάδων, τα ρεμπέτικα στη διαπασών απ’ τη καλύβα του χασισοπότη, τις φωνές και τους καυγάδες των γειτόνων τις μεγάλες και ατέλειωτες σιωπές που έκρυβαν τους κυνηγημένους. Οι παππούδες μας δε γεννήθηκαν εδώ. Στην Τούμπα δεν γεννήθηκε κανείς, μόνο κάτω στην πόλη γεννήθηκαν οι παλιοί Σεφαραδίτες που κι αυτοί έφτασαν εδώ κυνηγημένοι. Κανείς δε θυμάται από πότε, φύγανε κι αυτοί όπως ήρθαν…κυνηγημένοι. Οι παππούδες μας ήρθαν εδώ από τη Ρωσία, τον Πόντο, από τη Σμύρνη…πρόσφυγες. Πριν από τους παππούδες μας, στη Τούμπα ζούσαν τα σκουπίδια της Τσιμπλούκας, έτσι έλεγαν οι παλιοί την χωματερή στο μέρος που χτίστηκαν έπειτα τα «Κωνσταντινοπολίτικα». Όταν ήρθαν οι παππούδες, μας δεν τους δέχτηκε κανείς, δεν άνοιξε σπίτι, ή αγκαλιά, ούτε στάβλος για να χωθούν σαν τρομαγμένα ζώα. Μονάχα το ορφανοτροφείο που μεγάλωσε τις γιαγιάδες μας, στα χρόνια της φρίκης… Είχαν μόνο την απλωσιά του τόπου. Το ρέμα, τη Αγιά Μαρίνα, το ανάχωμα, τις παρυφές του δάσους, αυτός ήταν ο τόπος. Εκεί χτίσαν τα παραπήγματά τους, οι παραγκιώτες. Παραμέρισαν τα σκουπίδια και έφτιαξαν τη ζωή, αυτή του πολέμου, αυτή της αντίστασης, του αγώνα. Βάψανε οι αλάνες της Τούμπας κόκκινο. Δρόμος πολύς η ζωή των κυνηγημένων, η ζωή του πρόσφυγα…Έπειτα γκαστερμπάϊτερ, άσωτος ο δρόμος… Κάποτε ξαπόστασαν κι αυτοί, μέσα στα μελαγχολικά σπιτάκια της αντιπαροχής του δανείου, της σύνταξης, αυτά που χτίσανε κατά χιλιάδες οι ίδιοι για δεκαετίες. Μα η φτώχεια ήταν πάντα η ίδια, πλήρωσαν. Κι ακόμη αργότερα, είδαν τα εγγόνια τους, τα λιωμένα κορμιά των νεολαίων της «ανάπτυξης» και του «εκσυγχρονισμού» κάθε απόβραδο να ξεμοναχιάζουν τη ζωή κάτω απ’ τη γέφυρα, στο ρέμα, το πρωΐ άγριο ξύπνημα από τη σειρήνα του ασθενοφόρου. Και σε μας απόμεινε, μονάχα μια μνήμη, μια μυρωδιά χαμένη από την τσιμενταρισμένη εξοχή, μα και η αίσθηση ότι αν ακόμη σήμερα δεν είμαστε κυνηγημένοι, έχουμε την ψυχή να μη γίνουμε ποτέ κυνηγοί. Και να ελπίζουμε, ν’ αγαπάμε τον άνθρωπο. Έπειτα γι’ αυτό διαλέξαμε πλευρά, γίναμε αναρχικοί, μιας και η αριστερά των παππούδων μας δεν υπάρχει πια, έμεινε από δ’ αύτη μια στάμπα από την πολυχρησιμοποιημένη καρέκλα του «δημόσιου λειτουργού» και η κατάφαση του συμβιβασμού, γίναμε αναρχικοί όχι γιατί μας αρέσει να μας κυνηγούν αλλά για να θυμόμαστε να μην γίνουμε ποτέ κυνηγοί. Ούτε κυνηγοί, ούτε θηράματα, ούτε αφέντες, ούτε δούλοι…

Με αφορμή μερικά ορφανά ευρώ (600.000) που περίσσευαν από τον ευρωπαϊκό κορβανά και που ο δήμαρχος της πόλης σκέφτηκε να τα πάρει υπό την ζεστή θαλπωρή του, εγκρίθηκε το σχέδιο εγκατάστασης οκτώ (8) μονογονεϊκών οικογενειών προσφύγων στους παλιούς στάβλους, οι οποίοι επί χρόνια χρησιμοποιούνταν για να φιλοξενούν καρκινογόνα χημικά. Η διαμόρφωση ενός χώρου φιλοξενίας των ορφανών παιδιών ήταν η προϋπόθεση για να αναλάβουν οι έμμισθοι «αλληλέγγυοι» τον μποναμά των γιάπηδων. Στους καρκινογόνους παλιούς στάβλους λοιπόν, εξαντλείται η ντόπια και διεθνής αλληλεγγύη των κατατρεγμένων…Ας είναι, όμως όχι… Στην Τούμπα, λοιπόν, (να μιλάνε άραγε για τον ίδιο τόπο;) βρέθηκαν άνθρωποι να καμωθούν τους γηγενείς. Μαζεύτηκαν, λοιπόν, κάποιοι άπληστοι νευρωτικοί «αυτόχθονες», έκαναν εκδήλωση και είπαν «στην Τούμπα δε χωράνε πρόσφυγες». Αναρωτήθηκαν «πως θα παίζουνε τα παιδιά μας δίπλα στους μετανάστες»; Είπαμε «θα μιλήσουμε κι εμείς», αρνήθηκαν, επιμείναμε να μιλήσουμε, μας ρώτησαν ποιο είναι το όνομά μας, 
- Αχμέτ, Αμπντούλ, Κωστής, Μαρίκα, Ντούσιας, Χομαγιούν, Βακάρ. 
Έπειτα ρώτησαν που ζούμε
- Στην Επιδαύρου, στη Βοσπόρου, κάτω από τη γέφυρα, στο ρέμα, στη Κασσάνδρου, στο Γεντί Κουλέ
Και που γεννηθήκατε;
- Στην Τούμπα, στο Κερατσίνι, στην Κοκκινιά, στο Βίτσι, στα γκέτο του Παρισιού, στο Μεξικό στη ζούγκλα. 

Παραξενεύτηκαν ρώτησαν τι ήρθατε να κάνετε εδώ; Μα είχαν ακούσει πολλά έκλεισαν τα ηχεία…τότε κάναμε τα χέρια μας χωνί, όπως παλιά στη γειτονιά μας, έκαμε ο κυρ-Γιώργης που ‘φερνε στην καρότσα τα καρπούζια κι οι γιαγιάδες μας ανέβαζαν πάνω να παίξουμε…
-Γεννηθήκαμε κι εδώ, κι αλλού και παντού θα γεννιόμαστε και θα ξεπηδάμε γιατί ο φασισμός δεν έχει πάντα ουρά και κέρατα, ο φασισμός ξεκινά ως εφαρμογή μικρών καθημερινών κακουργηματικών σκέψεων, υπαγορευμένων από το φόβο και τη μισαλλοδοξία…Σκεπτόμενοι ότι ο φασισμός δεν νικάει όταν βρεθεί ένας Χίτλερ αλλά όταν δημιουργηθούν χιλιάδες Άϊχμαν…

Έπειτα φύγαμε, μα θα ξαναγυρίσουμε, να κοιτάξουμε αν ο τόπος φυλάει τη μνήμη του…

▪ Όσοι δεν μίλησαν ποτέ, όσοι τώρα βόλεψαν το κορμί τους σε ένα-δυο σπίτια και εξοχικά, βρήκαν εχθρό, «ξεσηκώθηκαν» να «διεκδικήσουν». Ποιόν εχθρό αισθάνθηκαν; Βρέθηκαν «αυτόχθονες» να διακηρύξουν ότι αυτό το μικρό κομμάτι κατεστραμμένης γης κάποιοι άλλοι, -οι ίδιοι- το έχουν περισσότερο ανάγκη, από τα ορφανά αλλοδαπά ανήλικα μιάσματα. Κάνανε και αναλύσεις ότι η χώρα και ειδικά η Τούμπα δεν χωράει άλλους ξένους, άλλους κατατρεγμένους. Είναι πολλοί, λένε. Δεν χωράει άλλη φιλοξενία γιατί έχει το Θεαγένειο που φιλοξενεί καρκινοπαθείς, έχει το Παπάφειο που φιλοξενεί ορφανά, έχει την ΥΦΑΝΕΤ που φιλοξενεί αναρχικούς… Δεν χωράνε άλλοι, είπαν αυτοί που αν η Τούμπα δεν χωρούσε από πάντα τους κατατρεγμένους, δεν θα ήταν εδώ. Κορόϊδεψαν «να τους πάρετε σπίτια σας», οι ανόητοι δεν μπορούσαν να καταλάβουν πόσους και πόσους κατατρεγμένους έχουμε φιλοξενήσει στα σπίτια μας με την ελπίδα κάποτε να είχε βρεθεί κάποιος να φιλοξενήσει τους παππούδες μας, τους «τουρκόσπορους». Έπειτα μας είπαν ότι θέλουν το χώρο μόνο για Έλληνες, για την πατρίδα…ποια πατρίδα; Αυτή την πατρίδα που έστελνε το χωροφύλακα να ελέγχει αν σηκώσαν την σημαία της οι παππούδες μας στα μπαλκόνια, επειδή ήταν «ύποπτοι» και «συμμορίτες»; Την πατρίδα της "μπάρας" που για να την περάσεις έπρεπε να δώσεις πιστοποιητικό κοινωνικών φρονημάτων; Στην κόκκινη Τούμπα η σημαία της πατρίδας μας απλώνονταν στα μπαλκόνια 363 μέρες το χρόνο, κάθε μέρα πέρα από τις εθνικές εορτές: ήταν τα χιλιομπαλωμένα σώβρακα και οι κακοραμμένες κάλτσες που ανέμιζαν περήφανα πάνω από τα κεφάλια μας όταν κλωτσούσαμε την μπάλα στην αλάνα• πατρίδα στην τούμπα ήταν η αλάνα για τους μικρούς, η φτώχεια για τους μεγαλύτερους κι η πείνα, ο φόβος της προσφυγιάς. Ήταν όμως και η ανθρωπιά, η αλληλεγγύη, το νιώσιμο, δεν ήταν απλά μια κάποια Ελλάδα η πατρίδα στην Τούμπα. Έτσι θέλουμε να τη θυμόμαστε. Αλλά μήπως τούτοι οι νέοι «γηγενείς» ήταν θαμώνες και κατοικοεδρεύαν στα υπόγεια της Τσιμπλούκας, κάτω από τόνους σκουπιδιών, αγνώριστοι κι αυτοί ανάμεσα τους; Δε θα ‘τυχε να τους γνωρίσουν οι παππούδες μας.

Άλλωστε από πάντα η χωματερή είναι το καταφύγιο του ρατσισμού, κι η μισαλλοδοξία ο πολιτισμός των σκουπιδιών.


Συλλογικότητα για τον Κοινωνικό Αναρχισμό

"Μαύρο & Κόκκινο"

mauro-kokkino@hotmail.com

Κυριακή, 28 Σεπτεμβρίου 2014

Ο Ιάπωνας σωτήρας των προσφύγων μας



Ο Ιάπωνας σωτήρας των προσφύγων μας

Δημοσιεύτηκε: Κυριακή, 28 Σεπτεμβρίου 2014 | ΑΓΓΕΛΙΟΦΟΡΟΣ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΤΣΙΑΚΑΛΟΥ

Γέννημα-θρέμμα της Τούμπας ο Αυγερινός, με πήρε πριν μερικές μέρες τηλέφωνο για να με ρωτήσει: «Σ’ εκείνον τον ανώνυμο Ιάπωνα καπετάνιο, που έσωσε τόσες εκατοντάδες ζωές δικών μας ανθρώπων, δεν χρωστούμε μια απόδειξη αναγνώρισης της πράξης του»;
Με το ερώτημά του μου υπενθύμισε μια ιστορία που διηγούνταν με συγκίνηση οι παλιότεροι, αλλά, παρά την τεράστια σημασία της, δεν αποτέλεσε ποτέ αντικείμενο ενασχόλησης για τους επαγγελματίες ιστορικούς μας. Όμως οι δύσκολοι καιροί που περνούμε την έφεραν αυθόρμητα στη μνήμη και στο επίκεντρο των σκέψεων πολλών από εμάς, για να χρησιμέψει και πάλι ως οδηγός στις αποφάσεις και στις πράξεις μας. Ας τη διηγηθώ με δύο λόγια, όπως καταγράφηκε στην έγκριτη εφημερίδα της Βοστόνης «Boston Globe» στις 3 Δεκεμβρίου 1922.

«Η κυρία Anna Harlow Birge, σύζυγος του καθηγητή του Διεθνούς Κολλεγίου της Σμύρνης Prof.
Birge, διηγείται ένα επεισόδιο που συνέβη τις ώρες που καιγόταν η Σμύρνη. Πλήθη απελπισμένων προσφύγων πηδούσαν από τους προβλήτες στη θάλασσα, και το λιμάνι γέμισε από άνδρες και γυναίκες που κολυμπούσαν με την ελπίδα ότι θα διασωθούν, μέχρι που βυθίζονταν στα νερά και πνίγονταν [καθώς οι πλοίαρχοι των πολλών συμμαχικών πλοίων που βρίσκονταν εκεί, τηρώντας «ουδέτερη στάση», αρνούνταν κάθε βοήθεια]. Στο λιμάνι μόλις είχε καταφθάσει ένα ιαπωνικό φορτηγό πλοίο γεμάτο μέχρι επάνω με πολύτιμο φορτίο από μετάξι, δαντέλες και κινέζικη πορσελάνη, αξίας πολλών χιλιάδων δολαρίων. Ο Ιάπωνας καπετάνιος, μόλις συνειδητοποίησε ποια ήταν η κατάσταση, δεν δίστασε ούτε στιγμή. Πέταξε όλο το εμπόρευμα στα βρόμικα νερά του λιμανιού, γέμισε το πλοίο του με πολλές εκατοντάδες πρόσφυγες και τους μετέφερε σώους στις ελληνικές ακτές, στον Πειραιά».

Μικρή η είδηση στην εφημερίδα της Βοστόνης, αλλά με ιδιαίτερη θέση στις διηγήσεις των προσφύγων μας, όταν μιλούσαν για την καταστροφή και την απάνθρωπη συμπεριφορά των συμμάχων (που λέγεται ότι έπαιζαν δυνατά μουσική για να μην ακούγονται ο θρήνος και ο οδυρμός).
Τότε, όσοι/ες γνώριζαν, ανέφεραν με απέραντη αγάπη και ευγνωμοσύνη την περίπτωση του «Ιάπωνα καπετάνιου». Που έμεινε ανώνυμος, όπως συχνά συμβαίνει με τους πραγματικά μεγάλους ανθρώπους , οι οποίοι επιτελώντας μοναδικές πράξεις ανθρωπιάς αισθάνονται ότι απλώς επιτελούν το αυτονόητο καθήκον τους ως άνθρωποι. Κανένας δεν έψαξε τότε να τον βρει και να τον τιμήσει. Πώς να το έκανε άλλωστε τότε, που οι πρόσφυγές μας στεγάζονταν –στοιβάζονταν!- ακόμη και στα θεωρεία της Λυρικής Σκηνής, και η αγωνία τους επικεντρωνόταν στην αναζήτηση των πιο στενών συγγενών τους μέσω του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού «αναζητείται, μήπως τους είδε κανείς;». Πού καιρός και μέσα να ψάξουν και να βρουν το σωτήρα τους! Όμως αργότερα πολλοί αναρωτήθηκαν: Τι έγινε αυτός ο άνθρωπος; Μπόρεσε να γυρίσει στην πατρίδα του και στην οικογένειά του μετά την τεράστια οικονομική καταστροφή που επέβαλε στον εαυτό του για να σώσει τους δικούς μας; Επέζησε;

Για τους ανθρώπους που έσωσε γνωρίζουμε πολύ περισσότερα, και οι πληροφορίες έρχονται από διάφορες πηγές. Όπως π.χ. από τη βιογραφία ενός Ιρλανδού στρατιώτη που στο τέλος του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου βρέθηκε στη Θεσσαλονίκη, όπου γνώρισε, αγάπησε και παντρεύτηκε «μια μικρή μελαχρινή» -αυτά είναι τα λόγια του γιου τους!- την Κοραλία Γεωργιάδη, της οποίας ο πατέρας δίδασκε Μαθηματικά και Γλώσσες στην Αμερικανική Γεωργική Σχολή. Για τη σωτηρία των γονιών της Κοραλίας τη νύχτα της καταστροφής της Σμύρνης αναφέρεται στο βιβλίο: «Είχαν την τύχη να ανεβούν σ’ ένα ιαπωνικό πλοίο που ήταν αγκυροβολημένο στο λιμάνι. Ο καπετάνιος, βλέποντας τη δραματική κατάσταση των Ελλήνων, έδωσε διαταγή να πεταχτεί όλο το φορτίο στη θάλασσα και έσωσε όσες περισσότερες ψυχές μπορούσε, ανασύροντας, κυριολεκτικά, από το νερό άνδρες, γυναίκες και παιδιά. Και μετά το πλοίο σαλπάρισε για τη Θεσσαλονίκη».

Για τη Θεσσαλονίκη! Αυτός φαίνεται ότι είναι ο λόγος που δεν έγινε δυνατόν να εντοπιστεί το πλοίο στα κατάστιχα του λιμανιού του Πειραιά. Στο δικό μας λιμάνι φαίνεται ότι άραξε πρώτα, σε μας βγήκαν οι πρώτοι πρόσφυγες που σώθηκαν από τον πνιγμό, και στα δικά μας μέρη στέγασαν τη νέα τους ζωή. Στα ίδια μέρη που, έστω προσωρινά, θα στεγάσουν τώρα την ελπίδα τους εφτά οικογένειες προσφύγων (από περιοχές πολεμικών συρράξεων) που πρόσφατα κινδύνεψαν να πνιγούν στα ίδια νερά, όπου μεγαλούργησε η ανθρωπιά του ανώνυμου Ιάπωνα καπετάνιου. Στα πρόσωπά τους θα δούμε και θα θυμηθούμε τη δική του πράξη, και, απαλύνοντας τον πόνο και τη δυστυχία τους, θα εκφράσουμε, έστω και αργά, την ευγνωμοσύνη μας απέναντί του. Και θα αναβαθμίσουμε έτσι τη ζωή μας αναβαπτίζοντάς την στα ιδανικά εκείνου που, παραμένοντας ακόμη ανώνυμος, από εμάς θα ταυτίζεται απλά με τη λέξη και την έννοια ΑΝΘΡΩΠΟΣ.



 

Παρασκευή, 26 Σεπτεμβρίου 2014

Η Τούμπα υποδέχεται τους πρόσφυγες


Η Τούμπα υποδέχεται τους πρόσφυγες

Από το alterthess 25 Σεπτεμβρίου 2014



Να αντισταθούν στον φόβο και να ανοίξουν τις καρδιές τους στους πολιτικούς πρόσφυγες στην γειτονιάς τους αποφάσισαν συλλογικότητες και κάτοικοι της Τούμπας στην εκδήλωση που πραγματοποιήθηκε έξω από τους παλιούς στάβλους της Τούμπας όπου με απόφαση του Δήμου θα φιλοξενηθούν εφτά μονογονεϊκές οικογένειες πολιτικών προσφύγων. Το κλίμα ήταν πολύ καλό σε πλήρη αντίθεση με την ένταση και τις ρατσιστικές αντιλήψεις που προσπαθούσε η αυτοαποκαλούμενη επιτροπή κατοίκων εδώ και κάποιο διάστημα να διαδώσει και που όπως αποδείχθηκε δεν εκφράζουν την πλειοψηφία των κατοίκων της περιοχής.

Πέρα από την αυτονόητη υποχρέωση να στηριχτούν άνθρωποι που ξεριζώθηκαν από τον τόπο τους χωρίς να είναι δική τους επιλογή και οι οποίοι στοιβάζονται σήμερα σε στρατόπεδα συγκέντρωσης, η γειτονιά της Τούμπας πρέπει, σύμφωνα με όσα χθες ειπώθηκαν, να θυμηθεί την ίδια την ιστορία της δηλαδή το γεγονός ότι είναι σε μεγάλο βαθμό δημιούργημα της μετανάστευσης και της προσφυγιάς. Χαρακτηριστική είναι η άγνωστη σε πολλούς ιστορία που διηγήθηκε ο καθηγητής Παιδαγωγικής του ΑΠΘ Γ. Τσιάκαλος, όπου το 1922 στην καταστροφή της Σμύρνης ένας Ιάπωνας πλοίαρχος εμπορικού πλοίου αποφάσισε να πετάξει όλο το εμπόρευμά του και να επιβιβάσει πρόσφυγες διασώζοντάς τους από την καταστροφή. Το πλοίο έφτασε τελικά στην Θεσσαλονίκη -και όχι όπως πολλοί πίστευαν στον Πειραιά -και οι πρόσφυγες εγκαταστάθηκαν στην Τούμπα. Σύμφωνα με τον ίδιο, ο Δήμος Θεσσαλονίκης θα πρέπει να δώσει στο Φιλοξένειο που θα δημιουργηθεί στους παλιούς στάβλους το όνομα εκείνου του πλοιάρχου που θυσιάζοντας την περιουσία του βοήθησε τους ανθρώπους εκείνους.
Αναφορικά με την ρητορική της υποβάθμισης της περιοχής που προσπαθούσε μεθοδευμένα τις προηγούμενες μέρες να αναπαράγει μια συγκεκριμένα ομάδα ατόμων, που χθες απουσίαζε από την συνέλευση, ο Γ. Τσιάκαλος υπενθύμισε την ιστορία του Αγ. Παντελεήμονα όπου η Χρυσή Αυγή με τα κηρύγματα μίσους προς τους μετανάστες διέδιδε τότε μια δήθεν “επικείμενη υποβάθμιση της περιοχής ” ωθώντας τους κατοίκους να πουλήσουν τα σπίτια τους. Οι αντικειμενικές αξίες των σπιτιών έπεσαν και φυσικά τα σπίτια εξαγοράστηκαν σε πολύ χαμηλές τιμές από αυτούς που προωθούσαν τον ρατσισμό και την μισαλλοδοξία. Συμπέρασμα της υπενθύμισης αυτής είναι ότι το Φιλοξενείο στην Τούμπα θα αναβαθμίσει την περιοχή και στόχος όλων είναι η δημιουργία του να συνοδευτεί από την συνολική ανάπλαση του υπόλοιπου χώρου με παιδικές χαρές, προγράμματα και δομές στήριξης.

Στην εκδήλωση εκτός από κατοίκους της Τούμπας τοποθετήθηκαν και μετανάστες μεταξύ αυτών ο Φασλί που διηγούμενος του εμπειρία τόνισε ότι η προσφυγιά δεν είναι επιλογή αλλά κίνηση ανάγκης. Μάλιστα μετέφερε μια ιστορία φίλων του οι οποίοι μέχρι πριν λίγο καιρό έλεγαν "να φύγουν από τον τόπο μας οι μετανάστες" μέχρι που λόγω κρίσης ήρθε η ώρα και αυτοί να μεταναστεύσουν από τον τόπο τους για να συνειδητοποιήσουν στην πράξη τα τότε λόγια τους.
Στην συζήτηση που ακολούθησε τοποθετήθηκαν και δημοτικοί σύμβουλοι (Ρία Καλφακάκου, Νίκος Φωτίου) οι οποίοι έκαναν λόγο αφενός για την ανάγκη ενημέρωσης της περιοχής, μια ενημέρωση που δεν έγινε δυστυχώς έγκαιρα από τον Δήμο Θεσσαλονίκης αφετέρου για την αναγκαιότητα να στηριχτεί το πρόγραμμα του Φιλοξενείου από την γειτονιά παράλληλα με την αντίσταση στην καλλιέργεια του φόβου και του ρατσισμού και τον αγώνα ενάντια στην φτώχεια και την υποβάθμιση των ζωών μας.

Σ.Π.




Δευτέρα, 22 Σεπτεμβρίου 2014



Τούμπα, η αγαπημένη, της ανθρωπιάς και της αλληλεγγύης

του Γιώργου Τσιάκαλου

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Αγγελιοφόρος της Κυριακής», στις 21 Σεπτεμβρίου 2014

      Παραβρέθηκα την προηγούμενη Τετάρτη σε μια ανοιχτή εκδήλωση, στην οποία είχε καλέσει μια,
αυτοαποκαλούμενη, «Επιτροπή Κατοίκων Τούμπας» με σκοπό τη διαβούλευση σχετικά με την πρόθεση του Δήμου Θεσσαλονίκης να δημιουργήσει κατάλυμα για εφτά οικογένειες προσφύγων σε παλιές κτιριακές εγκαταστάσεις της συνοικίας μας. Ανταποκρίθηκα στην ανοιχτή πρόσκληση χωρίς να γνωρίζω κανένα μέλος της Επιτροπής, και το έκανα με την ιδιότητα του επιστήμονα που ασχολείται με σχετικά θέματα εδώ και πολλές δεκαετίες και θα μπορούσε να συμβάλει στον προβληματισμό. Κυρίως, όμως, το έκανα με την ιδιότητα του κατοίκου της Τούμπας, και μάλιστα ενός που επέλεξε συνειδητά να ζει εδώ, και δεν σκέφτηκε ποτέ να μετακομίσει, παρόλο που το άμεσο περιβάλλον του χαρακτηρίζεται από υπερβολικά πυκνή δόμηση –απλώνοντας το χέρι μπορώ σχεδόν να κάνω χειραψία με τους γείτονες της απέναντι πολυκατοικίας. Όμως, όταν με ρωτούν γιατί δεν πάμε να ζήσουμε σε μια «καλύτερη περιοχή», αφού έχουμε τη δυνατότητα να το κάνουμε, απαντώ: «επειδή εδώ, ακόμη και με τις πολυκατοικίες που χτίστηκαν τα τελευταία χρόνια, συνεχίζουμε να είμαστε γειτονιά». Γιατί, πράγματι, στην Κάτω Τούμπα υπάρχει ακόμη σε μεγάλο και ορατό βαθμό εκείνος ο ιστός σχέσεων που κάνει τους ανθρώπους να βλέπουν τους άλλους ως γείτονες, και ως γείτονες να ζούνε από κοινού την καθημερινότητά τους. Αυτό δεν άλλαξε ουσιαστικά ούτε με την παραχώρηση των παλιών προσφυγικών σπιτιών για αντιπαροχή ούτε με την έλευση πολλών μεταναστών και προσφύγων στις τελευταίες δεκαετίες.

        Αποδείχτηκε τελικά ότι οι διοργανωτές της εκδήλωσης δεν ενδιαφέρονταν για τον επιστημονικό
λόγο, και κυρίως δεν ήθελαν να ακουστεί ο λόγος των κατοίκων, παρά το γεγονός ότι το κείμενο, με το οποίο επιζήτησαν τη δημοσιότητα, εμφανιζόταν ως κείμενο των κατοίκων της Τούμπας. Η αλήθεια όμως είναι ότι πρόκειται για ένα βαθιά προσβλητικό κείμενο για μια συνοικία με ανθρωπιά και αλληλεγγύη ακόμη και στις εποχές της μεγαλύτερης φτώχειας και δυστυχίας.

«Ανάστατοι οι κάτοικοι στην Τούμπα για τη μετατροπή πρώην Στάβλων του δήμου σε ξενώνα μεταναστών» έγραφαν οι εφημερίδες στις αρχές Ιουλίου και παρέθεταν τα εξής αποσπάσματα από την ανακοίνωση της αυτοαποκαλούμενης «Επιτροπής Κατοίκων Τούμπας»: «Δεν αντιδράσαμε στη δημιουργία δομών [κοινωνικής πολιτικής] στη γειτονιά μας (Ξενώνα Αστέγων στους χώρους του Παπαφείου, Φιλοξενείο απέναντι από το Λοιμωδών, Εγκατάσταση ΟΚΑΝΑ στο Θεαγένειο καθώς και στο Λοιμωδών, παροχή συσσιτίων στο ΚΑΠΗ της 4ης Κοινότητας και στην Αγία Βαρβάρα). Το γεγονός λοιπόν, ότι στην περιοχή ήδη λειτουργούν πολλές δομές κοινωνικής πολιτικής, καθιστά εύλογες τις ανησυχίες των κατοίκων ότι η συγκέντρωση κι άλλων αναξιοπαθούντων ανθρώπων στη γειτονιά μας θα οδηγήσει σε γκετοποίηση και υποβάθμισή της».

Τι λέει η ανακοίνωση, πέραν από τους λανθασμένους ισχυρισμούς περί γκετοποίησης και υποβάθμισης; Λέει ότι οι συγγραφείς της θεωρούν «επιβάρυνση» της περιοχής την παροχή βοήθειας σε εξαρτημένα άτομα στα νοσοκομεία, την εφαρμογή της χριστιανικής αρχής της φιλανθρωπίας από τις εκκλησίες, τη διάθεση καταλυμάτων διανυκτέρευσης σε αστέγους από το δήμο. Και επιπλέον θεωρούν ότι είχαν το δικαίωμα και τη δύναμη να αντιδράσουν σε όλα αυτά, αλλά από μεγαλοθυμία δεν το έκαναν. Αλλά, τώρα πια -αυτό λένε-δεν θέλουν και άλλους «αναξιοπαθούντες» και γι’ αυτό αντιδρούν.

«Ανεπιθύμητοι οι αναξιοπαθούντες», λοιπόν, και γι’ αυτό ανεπιθύμητες οι κοινωνικές δομές που υπάρχουν στις κοινωνίες για να διασφαλίζουν την επιβίωσή τους. Δομές αυτονόητες σε πολιτισμένες χώρες αλλά ανύπαρκτες ουσιαστικά στη δική μας, έτσι ώστε στις σχετικές καταγραφές να εμφανιζόμαστε στην τελευταία θέση στην Ευρώπη. Η λύση που προτείνουν οι συντάκτες της ανακοίνωσης είναι: όχι δημιουργία δομών κοινωνικής πολιτικής αλλά απομάκρυνση των «αναξιοπαθούντων» από τις περιοχές αυτών που δεν «αναξιοπαθούν».

Ποιοι είναι, όμως, αυτοί που πρέπει να κρατηθούν μακριά από τις περιοχές «μας»; Οι επίσημες στατιστικές δείχνουν ότι στη σημερινή Ελλάδα των μνημονίων 3,5 εκατομμύρια άνθρωποι βρίσκονται κάτω από το όριο της απόλυτης φτώχειας, δηλαδή είναι «αναξιοπαθούντες», οι άστεγοι αριθμούν πολλές χιλιάδες και αυξάνονται καθημερινά, οι ανάπηροι χάνουν και τα τελευταία ψίχουλα ενίσχυσης που έπαιρναν, και το ίδιο ισχύει για πολλές κατηγορίες ανθρώπων που η επιβίωσή τους παντού στον κόσμο προϋποθέτει την κοινωνική αλληλεγγύη. Σε τι είδους περιοχές προορίζουν για εγκλεισμό αυτούς τους ανθρώπους οι συντάκτες της ανακοίνωσης;

Στην πραγματικότητα, η ανακοίνωση δεν αφορά «απλώς» επτά οικογένειες που, αφού διέφυγαν το θάνατο στις πατρίδες τους και στο Αιγαίο, έφτασαν στην «πόλη των προσφύγων» και αναζητούν μια προσωρινή στέγη. Αντανακλά μια ιδεολογία όπου όλοι οι «αναξιοπαθούντες» θεωρούνται βάρος για την κοινωνία, και πρέπει να αφανιστούν με κάθε μέσο. Όμως αυτή η ιδεολογία, γνωστή από τραγικές εποχές σε άλλες χώρες, δεν ευδοκίμησε ποτέ στην Τούμπα, την αγαπημένη, της ανθρωπιάς και της αλληλεγγύης. Και είμαι βέβαιος ότι οι περισσότεροι από αυτούς που υπέγραψαν την ανακοίνωση δεν είχαν διαβάσει τις σχετικές περικοπές. Είναι, ακόμη, καιρός να το κάνουν.

 



Γιώργος Τσιάκαλος: Συνέντευξη για το "Φιλοξενείο Προσφύγων" στην Τούμπα


(Πατήστε στον παρακάτω σύνδεσμο για να ακούσετε τη συνέντευξη)

http://stokokkino.gr/article/11629/Giorgos-Tsiakalos-epit-kathigitis-Paidagogikis-Sxolis-APTH-rnOxi--sto-onoma-olis-tis-Toumpas-kai-to-diko-mou-i-arnisi-gia-to-Filokseneio


Συνεντεύξεις 
Μιλάει στο Κόκκινο Θεσσαλονίκης ο επίτιμος καθηγητής παιδαγωγικής του ΑΠΘ, Γιώργος Τσιάκαλος, κάνοντας αναφορά στα όσα διαδραματίστηκαν στη χθεσινή συνέλευση που είχε καλέσει σύλλογος κατοίκων που αντιδρούν στην ίδρυση του Φιλοξενείου πολιτικών προσφύγων στην περιοχή των παλιών στάβλων. 
Ρεπορτάζ από την Σταυρούλα Πουλημένη/ alterthess.gr

«Η ανακοίνωση που είχαν βγάλει με πρόσβαλλε ως κάτοικο της Τούμπας γιατί θεωρούσαν ενοχλητικές όλες τις κοινωνικές δομές ακόμη και το Παπάφειο και τα συσσίτια της Αγίας Βαρβάρας» σημειώνει ο κ. Τσιάκαλος και τονίζει «η άρνηση για το Φιλοξενείο δεν θα γίνει στο όνομα μου και στο όνομα και άλλων δημοτών που δεν συμφωνούν καθόλου με αυτές τις αντιλήψεις».
Στην περιοχή γύρω από το κτηριακό συγκρότημα των παλιών Στάβλων της Τούμπας εδώ και δύο μήνες περίπου εξελίσσεται μία σύγκρουση σχετικά με την απόφαση του δημοτικού συμβουλίου Θεσσαλονίκης στις παλιές Αποθήκες Ηλεκτρολογικού Υλικού και του τμήματος Σήμανσης να δημιουργηθεί ένα κέντρο υποδοχής προσφύγων και αιτούντων άσυλων.
Η απόφαση για την δημιουργία Φιλοξενείου εγκρίθηκε από το δημοτικό συμβούλιο στις αρχές του καλοκαιριού και αφορά την αναληψη ενός προγράμματος από το Ευρωπαϊκό Ταμείο Προσφύγων για ανακαίνιση του χώρου, συνολική ανάπτυξη της περιοχής με την δημιουργία δομών μεταξύ αυτών και του Φιλοξενείου 6 οικογενειών προσφύγων αιτούντων άσυλο. Το πρόγραμμα αποδόθηκε στην ΜΚΟ Άρσις η οποία θα αναλάβει την λειτουργία της δομής του φιλοξενείου.
Να υπενθυμίσουμε ότι σύμφωνα με την έκθεση του ίδιου του Δήμου ο χώρος των παλιών Στάβλων αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα υγιεινής λόγω του παλιού ηλεκτρολογικού εξοπλισμού που βρισκόταν εκτεθειμένος στους χώρους και τις υπαίθριες αποθήκες του αλλά και εξαιτίας των αποθηκευμένα χημικών τα οποία χρησιμοποιούνταν για την σήμανση των δρόμων. 
Η υπηρεσία του Δήμου που φιλοξενούνταν εκεί έχει ήδη εγκατασταθεί σχεδόν πλήρως σε κτιριακή εγκατάσταση στα όρια του Δήμου Πυλαίας με τον Δήμο Θεσσαλονίκης.
Από την πρώτη σχεδόν στιγμή της απόφασης του Δήμου και πριν ακόμη υπάρξει ενημέρωση σχετικά με το έργο αυτό από τον Δήμο κάτοικοι της περιοχής αντέδρασαν σε αυτού του είδους την αξιοποίηση του χώρου δηλώνοντας ότι με αυτόν τον τρόπο η περιοχή θα υποβαθμιστεί. 
Οι εν λόγω κάτοικοι εδώ και κάποιο διάστημα συλλέγουν υπογραφές ενάντια στην δημιουργία φιλοξενείου ενώ παράλληλα έχουν αναρτήσει τόσο σε συνεδρίαση του δημοτικού συμβουλίου όσο και έξω από το κτίριο των Στάβλων πανό στο οποίο αναγράφεται “όχι στην εγκατάσταση πολιτικών προσφύγων στην περιοχή μας -όχι στην υποβάθμιση της περιοχής μας”. Παράλληλα έχουν προσφύγει εναντίον της απόφασης του δημοτικού συμβουλίου, προσφυγή που έχει απορριφθεί όμως από την Αποκεντρωμένη Διοίκηση.

Την Τετάρτη το απόγευμα έξω ακριβώς από το κτιριακό συγκρότημα των Στάβλων τα τριάντα αυτά άτομα τα οποία αυτοαποκαλούνται επιτροπή κατοίκων Τούμπας κάλεσαν σε συνέλευση για διαβούλευση σχετικά με το θέμα. Στην χθεσινή συνέλευση συμμετείχαν όμως όχι μόνο κάτοικοι που αντιδρούν στην επικείμενη δημιουργία του φιλοξενείου αλλά και κάτοικοι, υπέρμαχοι μιας τέτοιας εξέλιξης δεδομένου ότι χιλιάδες πρόσφυγες που έρχονται στην χώρα μας κρατούνται σε στρατόπεδα συγκέντρωσης σε άθλιες συνθήκες ντροπιαστικές για την χώρα μας και ενάντια σε κάθε έννοια ανθρωπισμού.

Από το ξεκίνημα της συνέλευσης εκ μέρους των αντιδρώντων στο Φιλοξενείο -τριάντα περίπου κατοίκων υπήρχε μια αμφισβήτηση σχετικά με το κατά πόσο οι άνθρωποι που συμμετείχαν στην συνέλευση και τάσσονται υπέρ του φιλοξενείου συνιστούν πραγματικούς κατοίκους της Τούμπας.
Δεν περιορίστηκαν φυσικά στην αμφισβήτηση αυτή καθώς οι τοποθετήσεις των υπέρμαχων του φιλοξένειου αντιμετωπίστηκαν με εχθρότητα ακόμη και με διακοπή της ηλεκτροδότησης της μικροφωνικής εγκατάστασης, εξέλιξη που δημιούργησε ένταση στην συνέλευση με την αστυνομία και τα ΜΑΤ να πλησιάζει το σημείο όπου εξελισσόταν αυτήν. Επιπλέον κομμάτι της βασικής επιχειρηματολογίας τους ήταν ότι τόσα χρόνια ανέχτηκαν δομές όπως τον ΟΚΑΝΑ στο Θεαγένειο, το ορφανοτροφείο Παπάφειο, την παροχή συσσιτίου στην Αγ. Βαρβάρα κ.α. και ότι η περιοχή δεν αντέχει άλλους αναξιοπαθούντες.

Προφανώς αναξιοπαθούντες, όπως σωστά τόνισε ο Γ. Τσιάκαλος, καθηγητής Παιδαγωγικής και επίσης κάτοικος της Τούμπας μιλώντας στην χθεσινή συνέλευση, θεωρούνται τα 3,5 εκατ κατοίκων που ζουν κάτω από το όρια της φτώχειας όχι προφανώς λόγω δικής τους ευθύνης αλλά εξαιτίας των πολιτικών που εφαρμόζονται και έχουν οδηγήσει ένα μεγάλο κομμάτι της κοινωνίας στην ανεργία και την εξαθλιωση.

Ουσιαστικά οι κάτοικοι που αντιδρούν στο Φιλοξενείο δεν αποτελούν εκπροσώπους της γειτονιάς περισσότερο από αυτούς που συμφωνούν με την εξέλιξη αυτή (της δημιουργίας φιλοξενείου), αλλά συνιστούν εκπροσώπους μιας συγκεκριμένης αντίληψης που αντιλαμβάνεται τους φτωχούς ανθρώπους ως μη συνανθρώπους μας. Και αυτο αποδεικνύεται από το γεγονός ότι πρόβλημα για αυτούς δεν αποτελούν μόνο οι μετανάστες αλλά δομές και κινήσεις κοινωνικής αλληλεγγύης πολύ απομακρυσμένες μεταξύ τους και άρα οι εν λόγω κάτοικοι έχουν πρόβλημα με την ίδια την έννοια της κοινωνικής στήριξης και αλληλεγγύης. 
Ας μην ξεχνάμε ότι τέτοιου είδους ρατσιστικές αντιλήψεις διαδίδονταν πάντα από μια μειοψηφία ανθρώπων οι οποίοι προσπαθούσαν με διάφορες μεθόδους να ενεργοποιήσουν αντανακλαστικά κοινωνικού αυτοματισμού αναμένοντας την μεγάλη μάζα των ανθρώπων να αντιδράσει σε κάθε είδους προσπάθεια ατόμων συλλογικοτήτων αλλά και του ίδιου του κράτους να δημιουργήσει δομές κοινωνικής στήριξης (χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν οι υποθέσεις τις εγκατάστασης δομών του ΟΚΑΝΑ ή του Ψυχιατρείου). 
Η μεθόδευση αυτή περιλαμβάνει φυσικά τη ρητορική της Χρυσής Αυγής η οποία προσπαθεί -αποκρύβοντας τις αιτίες της φτώχειας και της εξαθλίωσης -να δημιουργήσει εχθρότητα ανάμεσα στους φτωχούς έλληνες και μετανάστες. 
Αυτή η μεθόδευση πάντα συνεπικουρούνταν από την έλλειψη ενημέρωσης εκ μέρους του κράτους στην περίπτωση αυτή του Φιλοξενείου από τον ίδιο τον Δήμο, ο οποίος δεν έχει προχωρήσει ακόμη σε κάποιου τύπου ενημέρωση της γειτονιάς για το τι πραγματικά συνιστά ένα φιλοξενείο προσφύγων αλλά και από την πάγια τακτική κάποιων μμε που επιλέγουν να προβάλλουν και να ενισχύουν ρατσιστικές αντιλήψεις αποκρύβοντας την άλλη άποψη της πραγματικότητα και κάθε διαφορετική επιχειρηματολογία.
Όσον αφορά το επιχείρημα της υποβάθμισης της περιοχής λόγω του φιλοξενείου στο οποίο στηριζόταν οι τοποθετήσεις των αντιδρώντων προφανώς αυτό δεν στέκει σε καμία λογική βάση. Ένας χώρος ο οποίος αποτελούσε βόμβα υγιεινής και για τον λόγο αυτό και μόνο υποβάθμιζε την περιοχή, κατάσταση για την οποία οι τριάντα κάτοικοι ουδέποτε αντέδρασαν, θα καθαριστεί και θα ανακαινιστεί για να ζήσουν 6 οικογένειες και για την δημιουργία άλλων δομών.

Είναι αυτονόητο ότι μια τέτοια δομή θα γεμίσει την γειτονιά με παιδιά τα οποία με την κατάλληλη στήριξη θα ενταχθούν στην κοινωνία της περιοχής. Αξιοσημείωτο είναι ακόμη ότι η ανάγκη στην πόλη μας για δομές φιλοξενείας προσφύγων είναι παραπάνω από υπαρκτή, απόδειξη αυτού η λειτουργία του Φιλοξενείου στην οδό Σιατίστης με Φιλίππου, μια δομή που όμως σήμερα δεν υπάρχει λόγω μη ανανέωσης του αντίστοιχου προγράμματος από τα αρμόδια Υπουργεία.
Προφανώς συνιστά ανάγκη οι ίδιοι οι κάτοικοι αλλά και οι δημοτικές κινήσεις να ελέγξουν σε κάθε στάδιο την εξέλιξη του προγράμματος και την αξιοποίηση των χρημάτων που θα δοθούν αλλά και να διεκδικίσουν την δημιουργία ακόμη περισσότερων δομών από τον Δήμο για την αντιμετώπιση της φτώχειας και της ανθρωπιστικής κρίσης που βιώνουμε.

Το θετικό της χθεσινής συνέλευσης είναι ότι τελικά αποδείχθηκε ότι φοβικές ακόμη και ρατσιστικές αντιλήψεις αφορούν μια σκληρή μειοψηφία ατόμων μιας γειτονιάς, παραδοσιακά προσφυγικής μιας και οι τοποθετήσεις που αντιμετώπιζαν την ξενοφοβία και τον ρατσισμό στην ρίζα του ήταν περισσότερες και κατευθύνονταν σε μια αρνητική απάντηση στο ερώτημα “Οι παππούδες μας πρόσφυγες μας, οι γονείς μας μετανάστες, εμείς ρατσιστές;”

Να σημειωθεί τέλος ότι στις 24/9 στις 7 το απόγευμα κάτοικοι και συλλογικότητες της Τούμπας καλούν σε συνέλευση ενημέρωσης έξω από τους παλιούς Σταύλους τονίζοντας ότι “Το φιλοξενείο προσφύγων έχει θέση στη Τούμπα της προσφυγιάς και της μετανάστατευσης. Να αγωνιστούμε όλοι για την ανάπλαση αξιοποίηση κάθε ελεύθερου χώρου στην Τούμπα” 


© stokokkino.gr | 18 Σεπτεμβρίου 2014 - See more at: http://stokokkino.gr/article/11629/Giorgos-Tsiakalos-epit-kathigitis-Paidagogikis-Sxolis-APTH-rnOxi--sto-onoma-olis-tis-Toumpas-kai-to-diko-mou-i-arnisi-gia-to-Filokseneio#sthash.lpiSAMxe.UbQyvHOz.dpuf

Δευτέρα, 15 Σεπτεμβρίου 2014

Ναζιστικά εγκλήματα και ελευθερία του λόγου


Ναζιστικά εγκλήματα και ελευθερία του λόγου

Δημοσιεύτηκε: Κυριακή, 14 Σεπτεμβρίου 2014 | ΑΓΓΕΛΙΟΦΟΡΟΣ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΤΣΙΑΚΑΛΟΥ



Με κοινό τους κείμενο 152 ιστορικοί ζητούν να μη διώκεται ποινικά στη χώρα μας η άρνηση του
ολοκαυτώματος εκατομμυρίων ανθρώπων στα χιτλερικά στρατόπεδα εξόντωσης –σε αντίθεση με αυτό που γίνεται σε άλλες χώρες. Το αίτημά τους δικαιολογούν με την «πεποίθηση, ότι, όπως έχει αποδείξει και η διεθνής εμπειρία, τέτοιες διατάξεις οδηγούν σε επικίνδυνες ατραπούς: πλήττουν καίρια το δημοκρατικό και αναφαίρετο δικαίωμα της ελευθερίας του λόγου, ενώ ταυτόχρονα δεν είναι διόλου αποτελεσματικές, όσον αφορά την καταπολέμηση του ρατσισμού και του ναζισμού, του ρατσιστικού και μισαλλόδοξου λόγου. Συχνά μάλιστα οδηγούν στο αντίθετο αποτέλεσμα, επιτρέποντας οι εχθροί της δημοκρατίας να παρουσιάζονται στην κοινή γνώμη ως ''θύματα'' λογοκρισίας και αυταρχισμού».

Με εκπλήσσει ο πρώτος ισχυρισμός: θεωρούν πράγματι ότι στις χώρες όπου εδώ και πολλά χρόνια υπάρχουν και εφαρμόζονται σχετικοί νόμοι -όπως είναι κυρίως η Γερμανία, η Αυστρία, η Ελβετία, η Ολλανδία, η Μεγάλη Βρετανία, η Αυστραλία, ο Καναδάς- έχει πληγεί καίρια το δημοκρατικό και αναφαίρετο δικαίωμα της ελευθερίας του λόγου, σε αντίθεση, μάλιστα, με τις πολλές άλλες χώρες που δεν έχουν τέτοιους νόμους, και ακόμη περισσότερο σε αντίθεση με εκείνες που χρηματοδοτούν «επιστημονικές έρευνες» για να θεμελιωθεί η άρνηση του ολοκαυτώματος (όπως το Ιράν του Μαχμούντ Αχμαντινετζάντ); Δυσκολεύομαι να φανταστώ ότι αυτό εννοούν –ιδιαίτερα μάλιστα για το πεδίο της επιστημονικής έρευνας- και βεβαίως δεν μπορώ να αποδεχτώ την άποψη ότι αυτό δείχνει η διεθνής εμπειρία.
Παρατηρώ ότι αποφεύγουν να ασχοληθούν με εκείνο που είναι το κυρίαρχο για μένα, αλλά προφανώς όχι για όλους: ότι ο νόμος αυτός έρχεται ως ηθική υποχρέωση απέναντι στα εκατομμύρια
νεκρών. Δηλαδή, απέναντι στους ανθρώπους που ταπεινώθηκαν, εξευτελίστηκαν, βασανίστηκαν, κάηκαν, έγιναν καπνός και δεν έμεινε τίποτε από το σώμα τους για να τους θυμίζει, και τώρα έρχονται οι ναζιστές για να αμφισβητήσουν ακόμη και το γεγονός ότι κάποια στιγμή είχαν υπάρξει επάνω στη γη.
Αυτό το αποκαλώ ύβρη και βαρβαρότητα, ποτέ, όμως, «άσκηση του ιερού δικαιώματος της ελευθερίας του λόγου» ή «διατύπωση επιστημονικής άποψης». Έχοντας, όμως, βιώσει τόσο πολλές φορές στο παρελθόν την αντίθετη άποψη ως αυτονόητη –τόσο, ώστε να είμαι βέβαιος ότι με την άποψή τους οι 152 ιστορικοί εκφράζουν στο θέμα αυτό το «περί δικαίου αίσθημα» της πλειοψηφίας, ίσως, του λαού- κατανόησα πια ότι πρόκειται για διαφορά στην ιεράρχηση των αξιών στις οποίες προσανατολίζουμε τη ζωή μας, και σε τέτοιες περιπτώσεις τα επιχειρήματα είναι ασύμβατα μεταξύ τους.
Άλλωστε, οι 152 ιστορικοί ρίχνουν το βάρος τους στην αμφισβήτηση του νόμου ως εργαλείου για την αντιμετώπιση του ναζισμού. Είναι αποτελεσματικό εργαλείο ή όχι; Είναι φανερό ότι το ερώτημα δεν απαντιέται με αναφορά σε υποκειμενικές γνώμες ομοϊδεατών ούτε, φυσικά, με αναφορά σε διώξεις που καμιά σχέση δεν έχουν με τους σχετικούς νόμους. Όμως, δυστυχώς, αυτό κυρίως κάνουν όσοι αρνούνται την ποινική δίωξη εκείνων που, με σκοπό την παλινόρθωση του ναζισμού, χλευάζουν τα θύματά του. Αντίθετα, η μελέτη των σχετικών ερευνών δείχνει την αποτελεσματικότητα της ποινικής δίωξης.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί ο πρώτος νόμος που ψηφίστηκε στη Γερμανία με σκοπό την αντιμετώπισης της ραγδαίας αύξηση αντισημιτικών στάσεων και πράξεων των ετών 1959 και 1960: Οι έρευνες έδειξαν ότι μετά την εφαρμογή του υπήρξε σαφής μείωση του αντισημιτισμού τόσο ως στάση όσο και ως πολιτική πράξη. Όλα δείχνουν ότι το ίδιο ισχύει και σήμερα τόσο στη Γερμανία όσο και στις άλλες χώρες.

Σε ό,τι αφορά την προσπάθεια των ναζιστών να εμφανιστούν ως θύματα λογοκρισίας, δεν έχουμε κανένα σημάδι ότι κάτι τέτοιο συμμερίζεται έστω ένα μικρό ποσοστό της κοινής γνώμης των χωρών που έχουν πολύχρονη εφαρμογή σχετικών νόμων. Το αντίθετο, βέβαια, φαίνεται να ισχύει στη δική μας χώρα, αλλά ποιος ευθύνεται γι’ αυτό; Ομολογώ ότι μου προκαλεί ανησυχία η προφανής απάντηση.


Τετάρτη, 10 Σεπτεμβρίου 2014

ΤΑΓΜΑΤΑ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ-ΔΩΣΙΛΟΓΙΣΜΟΣ-ΝΕΟΝΑΖΙΣΜΟΣ

Μια πολύ σημαντική εκδήλωση
από το Αντιφασιστικό Μέτωπο Γιαννιτσών 
το Σάββατο 13 Σεπτεμβρίου 2014, ώρα 7 μ.μ.

Τάγματα ασφαλείας -Δωσιλογισμός - Νεοναζισμός




Παρασκευή, 5 Σεπτεμβρίου 2014

Η "Χρυσή Αυγή" στα δημοτικά συμβούλια






www.youtube.com/watch?v=Qg-rEU4KhVk

Γιώργος Τσιάκαλος: "Όχι στις ψήφους της Χρυσής Αυγής στη λήψη αποφάσεων να πουν τα Περιφερειακά και Δημοτικά Συμβούλια" 


Πέμπτη, 4 Σεπτεμβρίου 2014

Μνήμη και ανθρώπινος πολιτισμός



Μνήμη και ανθρώπινος πολιτισμός
Του Γιώργου Τσιάκαλου

Από τότε που υπάρχει ανθρώπινος πολιτισμός η σύληση τάφων θεωρείται έγκλημα καθοσίωσης. Κι αν αυτό στην αρχή είχε σχέση με μια πρωτόγονη άποψη για τη ζωή των νεκρών μετά το θάνατο και τις υλικές ανάγκες τους που εξυπηρετούνταν με την ταφή, και, συνεπώς, με τα δεινά που μπορούσαν να επιφέρουν οι νεκροί στους ζωντανούς ζητώντας εκδίκηση, σε πολιτισμούς όπως ο ελληνικός ο σεβασμός των τάφων σιγά-σιγά έπαψε να είναι αποτέλεσμα μεταφυσικού φόβου και αποτέλεσε απόρροια της ενόρασης για τη σπουδαιότητα που έχει η μνήμη των νεκρών για την ανθρώπινη κοινωνία, δηλαδή για τη ζωή των ζώντων. Η αλλαγή αυτή αντικατοπτρίζεται ιδιαίτερα παραστατικά στην ελληνική γλώσσα, με τα «νεκροταφεία» να αποκαλούνται από τους απλούς ανθρώπους αυτονόητα «μνήματα». Βασικό συστατικό του ανθρώπινου πολιτισμού, λοιπόν, ο σεβασμός της μνήμης, και, σε αντιδιαστολή, βασικό γνώρισμα των εχθρών του η περιφρόνηση της μνήμης. Κι αυτό ισχύει ιδιαίτερα στην περίπτωση αδικοχαμένων ανθρώπων, θυμάτων βάρβαρης βίας, όπως ήταν οι δικοί μας άνθρωποι στο Χορτιάτη, οι δολοφονημένοι από ναζιστικές συμμορίες Ελλήνων συνεργατών των Γερμανών κατακτητών.
Ένας αυτόπτης μάρτυρας τότε -και έμμεσα συνεργός του εγκλήματος- θεώρησε αργότερα ότι είχε δικαίωμα να σβήσει από τη μνήμη του τον καπνό που έβγαινε από το Χορτιάτη και ήταν ορατός από το γραφείο του στη Γερμανική Στρατιωτική Διοίκηση, ότι είχε δικαίωμα να ξεχάσει τους πυροβολισμούς των δολοφόνων και τους θρήνους των θυμάτων, και ότι μπορούσε έτσι να συμμετάσχει στην ανθρώπινη κοινωνία ως Γενικός Γραμματέας των Ηνωμένων Εθνών. Γελάστηκε, καθώς όταν ζωντάνεψε η μνήμη αποδείχτηκε πιο δυνατή ακόμη και από τους πιο ισχυρούς του κόσμου. Ο Βάλντχαϊμ κατακρημνίστηκε, και μόνον ως παράδειγμα της δύναμης που έχει η μνήμη θα τον θυμούνται οι ιστορικοί.

Αυτή τη δύναμη πρέπει να τη θυμηθούμε και τώρα που στον ίδιο τον τόπο του μαρτυρίου υπάρχουν άνθρωποι που θεωρούν ότι μπορούν να ζήσουν τη ζωή τους περιφρονώντας τη μνήμη των θυμάτων. Γιατί αυτό δείχνουν τα 227 πλήγματα που δέχτηκε ο ανθρώπινος πολιτισμός με τις 227 ψήφους για τη Χρυσή Αυγή στις τελευταίες εκλογές. Άμεσο καθήκον, λοιπόν, η αναβίωση της μνήμης των θυμάτων του ναζισμού ως μέσον για την υπεράσπιση του ανθρώπινου πολιτισμού.

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα ΧΟΡΤΙΑΤΗΣ 570, Σεπτέμβριος 2014

Πέμπτη, 24 Ιουλίου 2014

Γερμανία, αποζημιώσεις και Χρυσή Αυγή


ΓΙΩΡΓΟΥ ΤΣΙΑΚΑΛΟΥ

Γερμανία, αποζημιώσεις και Χρυσή Αυγή

Δημοσιεύτηκε: Τρίτη, 15 Ιουλίου 2014 | ΑΓΓΕΛΙΟΦΟΡΟΣ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

Παρακολουθώ τις πρόσφατες συζητήσεις για τις αποζημιώσεις που οφείλει να παράσχει η Γερμανία σε όσους βίωσαν τις εγκληματικές και καταστροφικές πράξεις των ναζιστών στο Β' Παγκόσμιο Πόλεμο και διαπιστώνω ότι οι νεότεροι στην ηλικία έχουν την εντύπωση ότι η διατύπωση απαιτήσεων και η διεκδίκησή τους από τη Γερμανία αποτελούν διαχρονική θέση όλων των πολιτικών παρατάξεων της χώρας.

Όμως αυτό, δυστυχώς, δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια. Η αλήθεια είναι ότι η δεξιά παράταξη που κυβερνούσε την Ελλάδα τις πρώτες δεκαετίες μετά τον πόλεμο -«υποτελής» και ιδεολογικά συγγενής με τις πρώτες δυτικογερμανικές κυβερνήσεις- ικανοποιούνταν με ψίχουλα, τα οποία αποκαλούνταν «οικονομική βοήθεια», ενώ στα θέματα της τιμωρίας των ναζί εγκληματιών –Γερμανών και Ελλήνων συνεργατών τους- συμφωνούσε σε μια πολιτική «άφεσης αμαρτιών».

Όμως, ενώ η καταστροφική πολιτική διαχείριση του θέματος βαρύνει αποκλειστικά τη δεξιά πολιτική παράταξη, αλήθεια είναι επίσης ότι ολόκληρη η ελληνική κοινωνία έδειξε αδιαφορία για την ανάγκη αποζημίωσης των ανθρώπων που βίωσαν τη ναζιστική θηριωδία, όπως ήταν π.χ. οι Εβραίοι (που, πέραν όλων των άλλων, είδαν να κλέβονται οι περιουσίες τους από Ελληνες συνεργάτες των κατακτητών και να μην επιστρέφονται ποτέ), οι κρατούμενοι στα στρατόπεδα συγκέντρωσης και οι πολίτες που στάλθηκαν σε καταναγκαστικά έργα. Ισως γι’ αυτό ελάχιστοι στη χώρα μας γνωρίζουν ότι οι αποζημιώσεις των θυμάτων της ναζιστικής θηριωδίας από την αρχή είχαν έντονα στοιχεία προκλητικής αδικίας και μέσα στην ίδια τη Γερμανία. Για το θέμα αυτό είχα γράψει πριν τριάντα τρία χρόνια και ένα μέρος του σχετικού άρθρου, με τίτλο «Αποζημίωση», αναδημοσιεύω παρακάτω, καθώς θεωρώ ότι αποτελεί στοιχείο της γερμανικής πολιτικής που πρέπει να γνωρίζουμε.

«Οι αποζημιώσεις για τους κρατούμενους στα στρατόπεδα συγκέντρωσης προκαλούσαν πάντα το φθόνο, όπως πρόσφατα το φθόνο προκάλεσε και η απόφαση για αποζημίωση των αλλοδαπών σκλάβων-εργατών στη βιομηχανία του Γ’ Ράιχ. Είναι αλήθεια ότι οι κρατούμενοι των στρατοπέδων συγκέντρωσης που επέζησαν απέκτησαν στη μεταπολεμική Γερμανία το δικαίωμα αποζημίωσης για τα χρόνια που πέρασαν στα στρατόπεδα: δύο έως τρία μάρκα (σ.σ. ένα έως ενάμισι ευρώ) για κάθε μέρα κράτησης. Δηλαδή έξι χρόνια Αουσβιτς, Νταχάου, Μπέργκεν-Μπέλσεν, Μαουτχάουζεν, Μπούχενβαλντ ''αποζημιώθηκαν'' με περίπου πέντε χιλιάδες μάρκα. Αυτά τα ποσά ήταν που προκαλούσαν και προκαλούν το φθόνο.
»Αντίθετα, δεν αμφισβητήθηκε ποτέ και δεν προκάλεσε το φθόνο ένα άλλο γεγονός: ότι τα μέλη της φασιστικής Λεγεώνας Κόντορ, που μέσα σε λίγες ώρες κατέστρεψαν τη Γκουέρνικα και εξόντωσαν τον πληθυσμό της (ήταν η πρώτη στην ιστορία αεροπορική επίθεση ενάντια σε άμαχο πληθυσμό), απέκτησαν το δικαίωμα πολεμικής σύνταξης, και ανάλογα δικαιώματα σύνταξης και επιδομάτων προσφέρθηκαν στις οικογένειες των νεκρών πολεμιστών της φασιστικής λεγεώνας, ως ''θύματα πολέμου''. Περιττό να ειπωθεί ότι αντίστοιχα δικαιώματα δεν απέκτησαν ποτέ τα μέλη των διεθνών ταξιαρχιών που στις ίδιες μάχες βρίσκονταν από την πλευρά των υπερασπιστών της δημοκρατικής Ισπανίας και της Γκουέρνικα.
»Προφανώς η χορήγηση και το ύψος των συντάξεων σε όλες τις περιπτώσεις εκτιμήθηκε με βάση την αξία της υπηρεσίας που προσφέρθηκε στο κοινωνικό σύνολο στη διάρκεια του πολέμου: έτσι, στη Λίνα Χάιντριχ, τη χήρα του ''δήμιου της Πράγας'', υπαρχηγού των Ες-Ες Ράινχαρτ Χάιντριχ, με απόφαση δικαστηρίου το 1956 χορηγήθηκε σύνταξη χήρας υφυπουργού εν ενεργεία».

Βλέπει, λοιπόν, κανείς ότι στο θέμα των αποζημιώσεων υποβόσκει αφενός η κρατική αναγνώριση του «συστημικού» χαρακτήρα των ναζιστών και των πράξεών τους και, αφετέρου, η απαξίωση των θυμάτων του ναζισμού και των μαχητών του αντιφασιστικού αγώνα. Στη διαιώνισή τους συμβάλλει η αποϊδεολογικοποίηση των σχετικών απαιτήσεων και η παρουσίασή τους ως θέμα οικονομικού, κυρίως, χαρακτήρα, που αφορά αποκλειστικά κράτη και όχι, ταυτόχρονα, ως υποχρέωση απέναντι στα θύματα του ναζισμού. Στο πλαίσιο αυτό οι σημερινοί ντόπιοι ναζιστές προσπαθούν να ενταχθούν στο «εθνικό» μέτωπο, υπερκερνώντας μάλιστα τα αιτήματα των άλλων, ενώ ιστορικά και ιδεολογικά ανήκουν στην πλευρά εκείνων που πρέπει να πληρώσουν. Γι’ αυτό η Χρυσή Αυγή και οι εθνικιστές, όχι μόνον δεν έχουν θέση στο μέτωπο για τις αποζημιώσεις, αλλά με την παρουσία τους υπονομεύουν την επιτυχία.

Σάββατο, 14 Ιουνίου 2014

«Μια φορά μόνο φώναξε "μαμά"!»


«Μια φορά μόνο φώναξε "μαμά"!»

του Γιώργου Τσιάκαλου
Δημοσιεύτηκε: Κυριακή 8 Ιουνίου 2014, Αγγελιοφόρος της Κυριακής 


Η Μαρία είχε όμορφα ξανθά μαλλιά και πανέμορφα γαλανά μάτια. Γι’ αυτό αποφάσισαν να της προσφέρουν ένα διαφορετικό μέλλον, από αυτό που θα είχε αν παρέμενε στο περιβάλλον των πρώτων παιδικών της χρόνων. Τη μετέφεραν σ’ ένα ειδικό ίδρυμα για περιπτώσεις σαν τη δική της και μετά την παρέδωσαν σε μια επιλεγμένη οικογένεια, όπου θα μπορούσε να ανατραφεί με τον κατάλληλο γι’ αυτήν τρόπο. Με τον καιρό έμαθε να μιλάει τη γλώσσα των νέων κηδεμόνων της και υποχρεώθηκε να ξεχάσει την παλιά. Δεν γνωρίζουμε αν πρόφερε ποτέ στη νέα της γλώσσα τη λέξη «μαμά», γνωρίζουμε όμως ότι ήταν η πρώτη λέξη που είπε -στην παλιά και στη νέα γλώσσα- όταν αισθάνθηκε ότι είχε την ελευθερία να μιλήσει και ότι δεν κινδύνευε πια αν θα εξέφραζε με ειλικρίνεια τα αισθήματα και τη βούλησή της. «Θέλω να γυρίσω στη μαμά μου και στους δικούς μου» είπε, και όταν αυτό έγινε πραγματικότητα, είχε την τύχη να προλάβει ν’ αγκαλιάσει ζωντανή στο νοσοκομείο την ετοιμοθάνατη μητέρα της, από την οποία την είχαν απομακρύνει βίαια λίγα χρόνια πριν. Μπόρεσε να κλάψει μαζί της για τα χρόνια του χωρισμού αλλά όχι και να συνομιλήσει αφού είχε ξεχάσει πια τα τσέχικα, τη μητρική της γλώσσα. 

Η ιστορία της μικρής ξανθιάς Μαρίας, της Μαρίας Σουπίκοβα από το Λίντιτσε της Τσεχίας, είναι μια από τις χιλιάδες ιστορίες παιδιών με ξανθά μαλλιά και γαλανά μάτια που στη διάρκεια του Β’ παγκόσμιου πολέμου με επίσημες διαδικασίες απομακρύνθηκαν από τις οικογένειές τους και παραδόθηκαν στα ειδικά ιδρύματα των Ναζί και σε επιλεγμένες γερμανικές οικογένειες για να ανατραφούν όπως «άρμοζε στο φυλετικό τους χαρακτήρα».

Συγκλονιστικές είναι οι σχετικές μαρτυρίες. Στα ιδρύματα «έκαναν τα πάντα ώστε τα παιδιά να απορρίψουν και να ξεχάσουν τους γονείς τους», αναφέρεται σε σχετική έκθεση. «Χαρακτηριστικά, οι νοσηλεύτριες των SS προσπαθούσαν να πείσουν τα παιδιά ότι οι γονείς τους σκόπιμα τα είχαν εγκαταλείψει», και δέρνονταν εκείνα που αρνούνταν ν’ αποδεχτούν τις νέες καταστάσεις. Και όσα επέμεναν στην άρνησή τους κατέληγαν στα στρατόπεδα συγκέντρωσης και στο θάνατο.

Όλα αυτά, ελπίζαμε ότι, πέρασαν με το τέλος του πολέμου, και ότι οι χιλιάδες κατεστραμμένες ζωές που, αντίθετα από τα κατεστραμμένα κτίρια, ποτέ δεν μπόρεσαν να βρουν την παλιά τους μορφή και γαλήνη, θα αποτελούσαν ζωντανή υπενθύμιση για τον τρόπο που πρέπει να βλέπουμε τα παιδιά και να τα προστατεύουμε ιδιαίτερα σε δύσκολες στιγμές. Γι’ αυτό, τα ιδρύματα, και μαζί τους ο «ιδρυματισμός», ανήκουν στο παρελθόν και η φροντίδα των παιδιών ανατίθεται πια με γνώμονα τις ιδιαίτερες ανάγκες του κάθε παιδιού και με σεβασμό στο μέχρι τότε περιβάλλον του και στους ανθρώπους που αγάπησε.

Συνειρμικά μου ήρθαν όλα τα παραπάνω στο μυαλό διαβάζοντας πριν λίγες μέρες την είδηση με την οποία τροφοδότησε την κοινωνία η ΜΚΟ «Το χαμόγελο του παιδιού» σχετικά με τη ζωή της μικρής «ξανθιάς Μαρίας» σ’ ένα από τα ιδρύματά του: «Μια φορά μόνο φώναξε "μαμά"!» είπαν. 

Ώστε έτσι! Αρπάχτηκε βίαια από την αγκαλιά της μαμάς της, έχασε μέσα σε μια στιγμή όλα τα συγγενικά και φιλικά της πρόσωπα και την πατρίδα της –διότι για τη Μαρία αυτή είναι η αλήθεια- και ούτε μια φορά δεν αναζήτησε κανέναν; Ισχυρίζονται δηλαδή στα σοβαρά ότι εξήγησαν σ’ ένα πεντάχρονο παιδί την έννοια του DNA και των βιολογικών γονέων και συγγενών και το έκαναν ν’ αλλάξει σε γνωστικό επίπεδο την άποψή του και ταυτόχρονα ν’ αποδεχτεί συναισθηματικά το νέο δεδομένο της απόλυτης απώλειας του παρελθόντος του και της απόλυτης μοναξιάς του στον κόσμο; Προφανώς, αυτό θέλουν να μας πουν. Όμως, η πραγματική απάντηση στο ερώτημα έχει ήδη δοθεί από τη Μαρία Σουπίκοβα, και είναι ένοχος όποιος την έχει ξεχάσει. 





Κυριακή, 27 Απριλίου 2014

Πένθος για τους νεκρούς του Άουσβιτς


Γιώργος Τσιάκαλος

Πένθος για τους νεκρούς του Άουσβιτς

Ομιλία την Ημέρα Πένθους για το Ολοκαύτωμα των 50.000 Εβραίων της Θεσσαλονίκης
Ισραηλιτική Κοινότητα Θεσσαλονίκης
Συναγωγή Μοναστηριωτών, 27 Απριλίου 2014


Λίγες μέρες μετά το θάνατο της γυναίκας του και προαισθανόμενος το δικό του θάνατο, 
αφού δε μπορούσε να φανταστεί τη ζωή του χωρίς εκείνη, καθώς είχαν γνωριστεί και είχαν αγαπηθεί πολύ νέοι, σχεδόν παιδιά ακόμη, στο γκέτο της Βαρσοβίας, μαζί δραπέτευσαν, κατάφεραν μαζί να βγουν ζωντανοί από τη Μεγάλη Καταστροφή και να φτάσουν μαζί στην ηλικία των 91 ετών, 
λίγες μέρες, λοιπόν, μετά το θάνατο της γυναίκας του, και προαισθανόμενος το δικό του θάνατο, ο μεγαλύτερος κριτικός λογοτεχνίας παγκοσμίως, όπως έγραψε μια μεγάλη βρετανική εφημερίδα, ο Μαρσέλ Ράιχ Ρανίτσκι, γύρισε και είπε στο γιο του: «Είναι κάτι εντελώς καινούριο στην πρόσφατη ιστορία της οικογένειάς μας να έχουμε τάφο όταν πεθάνουμε. Ούτε οι γονείς μου, ούτε οι γονείς της μητέρας σου, ούτε τ’ αδέλφια μας, ούτε οι γονείς των γονιών μας δεν βρήκαν τάφο όταν έφυγαν απ’ αυτή τη ζωή». 

Έτσι ήταν, πράγματι, όλοι τους είχαν θανατωθεί στους θαλάμους αερίων, τα σώματά τους κάηκαν στους φούρνους του Άουσβιτς, το τελευταίο που είδε κανείς από τους συγγενείς τους ήταν ένα καπνός να βγαίνει από τις καμινάδες των κρεματορίων. 
Γι’ αυτό, τα λόγια «εμείς όμως θα έχουμε τάφο όταν πεθάνουμε» ήταν τα πιο παρηγορητικά λόγια που μπορούσε να πει ένας πατέρας με αυτή την ιστορία στο γιο του μπροστά στην πιο σκληρή και αναπότρεπτη δοκιμασία που όλοι οι άνθρωποι κάποτε έρχεται η στιγμή να βιώσουμε: το θάνατο ενός στενού συγγενικού αγαπημένου προσώπου. 

Είναι μια στιγμή απόλυτου κενού γύρω μας και η γη χάνεται κάτω από τα πόδια μας. Ενός κενού μέσα μας, που πλημμυρίζει σιγά-σιγά από ανείπωτη, απερίγραπτη, μοναδική στο είδος της λύπη. Και μιας αίσθησης προσωπικής ευθύνης, συνήθως άδικα, ότι δεν κάναμε όσα έπρεπε για ν’ αποτρέψουμε το κακό. Αυτό ονομάζουμε πένθος. Μια κατάσταση, που αντέχεται τις πρώτες ώρες μόνο με τη συμμετοχή στην κηδεία, δηλαδή την πράξη τελευταίας φροντίδας για το νεκρό, πράξη που μας επιτρέπει να είμαστε ακόμη μαζί και ταυτόχρονα να ετοιμάζουμε με αγάπη τον αιώνιο αποχωρισμό. Το πένθος είναι κάτι που παραμένει για πάντα στη ζωή μας, αλλά από κενό στην αρχή, που γεμίζει μόνο με λύπη, μεταβάλλεται χρόνο με το χρόνο σε αγαπημένη ανάμνηση και νοσταλγία, πραγμάτωση της συλλυπητήριας ευχής προς τους τεθλιμμένους σε κάθε κηδεία «να ζήσετε για να τους θυμάστε και να τους μνημονεύετε». 

Αυτή την ύπαρξη πένθους, επιτέλους ξανά στην ιστορία της εβραϊκής οικογένειάς τους, κατέγραψε παρήγορα ο Ράιχ Ρανίτσκι μπροστά στο θάνατο της αγαπημένης του Τόσια, κι αυτό το ίδιο επανέλαβε δυο χρόνια αργότερα ο γιος του στην κηδεία του πατέρα του, του ίδιου του Ράιχ Ρανίτσκι, μιλώντας τώρα στη δική του κόρη. Έτσι, η οικογένειά τους ενσωματώθηκε και πάλι σ’ αυτό που είναι η φυσική μοίρα, η πορεία και η εμπειρία των ανθρώπων από τότε που υπάρχει πολιτισμός.

Πένθος, κηδεία, αγαπημένη ανάμνηση και νοσταλγία είναι οι έννοιες που ορίζουν την αρχή του ανθρώπινου πολιτισμού. Συγκίνηση κατέλαβε τους επιστήμονες πριν πολλά χρόνια όταν σε μια σπηλιά στο Shanidar του Βόρειου Ιράκ εξετάζοντας λείψανα ανθρώπων που ανήκαν στο είδος του Νεάνταρταλ και έζησαν πριν περίπου 50 χιλιάδες χρόνια, διαπίστωσαν ότι είχαν κηδευτεί με πολλή αγάπη όπως αποδείκνυαν τα λουλούδια που είχαν αποτεθεί στον τάφο ενός παιδιού.

Πως όμως πενθεί και ποιος πενθεί εκατοντάδες χιλιάδες οικογένειες που χάθηκαν χωρίς ν’ αφήσουν κανέναν πίσω τους και που δεν αξιώθηκαν ούτε μια σπιθαμή γης για να ισχύει και γι’ αυτές τουλάχιστον η φράση των Αρχαίων «πάσα γη τάφος»; Ποιος αισθάνεται, έστω και άδικα, προσωπική ευθύνη για το ότι δεν έκανε τα πάντα ώστε ν’ αποτραπεί το κακό; 
Αυτή την απάντηση καλούμαστε να δώσουμε εμείς και η κοινωνία ολόκληρη την Ημέρα Πένθους για το Ολοκαύτωμα των έξι εκατομμυρίων δολοφονημένων Εβραίων της Ευρώπης -κι ανάμεσά τους πενήντα χιλιάδες δικοί μας άνθρωποι από τη Θεσσαλονίκη- που δε γνώρισαν κηδεία και οι περισσότεροι από αυτούς δεν άφησαν ούτε έναν συγγενή πίσω τους για να τους θυμάται και να τους μνημονεύει, αλλά ούτε ένα, έστω ορφανό και χορταριασμένο, μνήμα με το όνομά τους για να μας τους θυμίζει. 

Πολλές φορές στάθηκα με δέος στο εβραϊκό νεκροταφείο της Πράγας. Μνήματα αιώνων, με τις επιτύμβιες πλάκες τη μια πάνω στην άλλη και τα ονόματα των νεκρών σε απόσταση μεταξύ τους μόνο μερικών εκατοστών να θυμίζουν πόσοι άνθρωποι έζησαν, δούλεψαν, δημιούργησαν, αγάπησαν, γέννησαν και μεγάλωσαν παιδιά, γέλασαν, έκλαψαν, υπόφεραν, πιθανόν ακόμη και να βασανίστηκαν, σ’ εκείνο τον τόπο αλλά στο τέλος αξιώθηκαν από τους δικούς τους και την κοινότητά τους κηδεία, τάφο και πένθος. 

Στη Μεγάλη Συναγωγή της Βουδαπέστης αισθάνθηκα το ίδιο δέος μπροστά στις παλιές επιτύμβιες πλάκες που είναι απλωμένες σε όλες τις γωνιές του κήπου αντίκρυ από ένα πανέμορφο δέντρο της ζωής. Όμως εδώ είναι παρούσα η Μεγάλη Καταστροφή: στις πιο πολλές από τις νεότερες πλάκες διαφορετική, φυσικά, η ημερομηνία γέννησης των νεκρών αλλά ίδια η ημερομηνία του θανάτου τους: αυτή της μαζικής εξόντωσής τους στα στρατόπεδα του θανάτου. Κι αυτή, μόνο για λίγα ονόματα. Πώς να γράψει κανείς, και ποιος, τα ονόματα 600.000 ανθρώπων που χάθηκαν στους θαλάμους αερίων και στα κρεματόρια μέσα σε εννέα μήνες; 

Κι εδώ, στη Νέα Ιερουσαλήμ, στην Ιερουσαλήμ των Βαλκανίων, που να σταθώ με σεβασμό στη μνήμη; Εδώ τι; Πως πενθεί αυτή η πόλη, που αγόγγυστα αποδέχτηκε, πριν ακόμη χαθούν οι άνθρωποι, να χαθεί ο τόπος μνήμης των προγόνων, εβραϊκά μνήματα διπλάσια σε αριθμό από εκείνα της Πράγας, 300 έως 500 χιλιάδες τάφοι που αγκάλιαζαν για αιώνες τους νεκρούς της αρχαιότερης εβραϊκής κοινότητας στην Ευρώπη; Πως και ποιος πενθεί εδώ; Ποιος αισθάνεται, έστω και άδικα, προσωπική ευθύνη;

Ο μεγάλος φιλόσοφος Theodor Adorno μάς άφησε παρακαταθήκη ένα ερώτημα τεράστιας σημασίας για την πορεία της ανθρωπότητας και του πολιτισμού: ποια μπορεί και ποια πρέπει να είναι η Αγωγή και η Παιδεία των ανθρώπων μετά το Άουσβιτς; Τι ανθρώπους έρχονται να μορφώσουν τα σχολεία μας; Τι είδους πρότυπα έρχεται να τιμήσει η κοινωνία μας; Ποιες αξίες και ποιες αρχές καλούνται να καλλιεργήσουν και να υπερασπιστούν οι πολιτικοί μας θεσμοί; Τι επιστήμονες θα βγάζουν τα πανεπιστήμιά μας; Πώς θα φτιάξουμε τη ζωή μας μετά την εμπειρία ότι ακόμη και το έγκλημα που δεν μπορούσε προηγουμένως να συλλάβει ο νους κανενός ανθρώπου έγινε πραγματικότητα στο Άουσβιτς;
Άουσβιτς, όχι μόνον ως όνομα του συγκεκριμένου τόπου αλλά ως κοινή ονομασία όλων των τόπων μαρτυρίου και όλων των γεγονότων που έκαναν τις λέξεις «ολοκαύτωμα» και «Shoah» να σφραγίζουν τραγικά τον 20ο αιώνα.
Αν δεν καταλάβουμε το Άουσβιτς, αν δεν πενθήσουμε με την κυριολεκτική έννοια της λέξης, δηλαδή ως βαθειά συγκίνηση, αναζήτηση προσωπικής ευθύνης και άσβεστη μνήμη, δεν θα μπορέσουμε ποτέ να κατανοήσουμε ποια πρέπει να είναι η Αγωγή και η Παιδεία μας μετά το Άουσβιτς. Και τότε, ως ανθρωπότητα θα είμαστε καταδικασμένοι να βιώνουμε ξανά και ξανά τη βαρβαρότητα να νικάει τον πολιτισμό και να φέρνει ανείπωτες καταστροφές στις κοινωνίες των ανθρώπων σ’ όλα τα μήκη και τα πλάτη του κόσμου.
Γιατί το Άουσβιτς μάς έδειξε τι μπορεί να είναι και τι μπορεί να κάνει ο άνθρωπος όταν εμφορείται από τις αρχές και τις ιδέες του ρατσισμού, του ναζισμού και του αντισημιτισμού. 

Μας έδειξε ανθρώπους να γυρίζουν μετά τη δουλειά στην οικογένειά τους, να φιλούν τρυφερά τη γυναίκα τους, να απολαμβάνουν την πρόοδο των παιδιών τους στη μουσική και ως αντίδωρο να απαγγέλουν από στήθους στίχους του Ομήρου στο πρωτότυπο. 
«Εγγράμματοι άνθρωποι», με διπλώματα και διδακτορικά, που πριν απολαύσουν τη βραδινή ανάπαυση στην οικογένειά τους ολημερίς δούλευαν συστηματικά, με πάθος και με γνώση για να «βελτιώσουν» –όπως οι ίδιοι έλεγαν- την απόδοση των μηχανισμών εξόντωσης αθώων ανθρώπων. Χάιδευαν και κανάκευαν τα παιδιά τους, έχοντας προηγουμένως αποφασίσει ότι, για να εξοικονομείται αέριο και χρόνος, τα μικρά παιδιά των Εβραίων κρατουμένων δεν χρειαζόταν να οδηγούνται προηγουμένως στους θαλάμους αερίων για να θανατωθούν αλλά μπορούσαν να ρίχνονται απευθείας στους φούρνους. «Ρίχνονταν στους φούρνους ζωντανά, και οι κραυγές τους ακούγονταν σ’ ολόκληρο το στρατόπεδο συγκέντρωσης», είπαν οι μάρτυρες στη Δίκη της Νυρεμβέργης, αλλά αυτό ουδόλως ενοχλούσε την οικογενειακή γαλήνη των εγγράμματων δολοφόνων.

«Εγγράμματοι άνθρωποι», που επινοούσαν σχέδια για να εξαπατήσουν και ν’ αποπλανήσουν ακόμη και την τελευταία στιγμή τα θύματά τους, έτσι ώστε ανεμπόδιστα να μπορέσουν να οδηγήσουν στους θαλάμους αερίων μερικές χιλιάδες περισσότερους ανθρώπους μέσα σε μία μέρα. Με ψυχραιμία και υπερηφάνεια κατέγραψε τα εξής ο διοικητής του Άουσβιτς Rudolf Höss: «Μία από τις βελτιώσεις μας σε σχέση με την Treblinka ήταν ότι στην Treblinka τα θύματα γνώριζαν σχεδόν πάντα ότι οδηγούνταν στην εξόντωση, ενώ εμείς στο Άουσβιτς κάναμε τον κόπο να τα ξεγελάσουμε αφήνοντάς τα να πιστεύουν ότι πηγαίνουν σε μια διαδικασία απαλλαγής από τις ψείρες. Φυσικά, συχνά αντιλαμβάνονταν τις πραγματικές προθέσεις μας και γι‘ αυτό μερικές φορές είχαμε ταραχές και δυσκολίες. Πολύ συχνά κάποιες γυναίκες προσπαθούσαν να κρύψουν τα παιδιά τους κάτω από τα ρούχα (που άφηναν έξω όταν ξεντύνονταν για να μπουν μετά στους θαλάμους αερίων) όμως όταν τα βρίσκαμε τα στέλναμε βεβαίως κι αυτά για να εξοντωθούν». 

«Εγγράμματοι άνθρωποι», αφιερωμένοι, όπως ισχυρίζονταν, στην πρόοδο της επιστήμης, με το δικό τους τρόπο που βλέπουμε στο εξής απόσπασμα σχετικής έκθεσης: «Υπάρχουν συλλογές κρανίων σχεδόν απ’ όλες τις φυλές και όλους τους λαούς. Μόνο από τους Εβραίους τα κρανία που έχουμε είναι τόσο λίγα, ώστε η επεξεργασία τους δεν επιτρέπει ασφαλή επιστημονικά αποτελέσματα. Όμως σήμερα ο πόλεμος προσφέρει την ευκαιρία να καλυφθούν αυτές οι ελλείψεις». 
Με τα λόγια αυτά ο August Hirt, καθηγητής Πανεπιστημίου, εισηγείται στον αρχηγό των SS Heinrich Himmler, στις 9 Φεβρουαρίου 1942, τη δημιουργία συλλογής εβραϊκών κρανίων στο Reichsuniversität (στο Πανεπιστήμιο του Ράιχ) στο Στρασβούργο. Και μετά από µια λεπτομερή περιγραφή των μεθόδων και των τεχνικών που έπρεπε να ακολουθηθούν από το στρατό και την αστυνομία ώστε να βρεθεί το «κατάλληλο υλικό», καταλήγει: «Ο επιτετραμμένος µε την εξασφάλιση του υλικού, πρέπει να βγάλει φωτογραφίες, να πραγματοποιήσει µια σειρά καθορισμένων ανθρωπολογικών μετρήσεων και να καταγράψει την καταγωγή, την ημερομηνία γέννησης και άλλα προσωπικά δεδομένα. Μετά, ακολουθεί η θανάτωση του Εβραίου, κατά την οποία δεν επιτρέπεται να τραυματιστεί το κεφάλι, και κατόπιν ο επιτετραμμένος αποχωρίζει το κεφάλι από το σώμα, το τοποθετεί σε ειδικά για το σκοπό αυτό κατασκευασμένο μεταλλικό δοχείο που κλείνει πολύ καλά και εμπεριέχει συντηρητικό υγρό, και το αποστέλλει στον τόπο προορισμού». 

Πριν 19 χρόνια, στις 9 Μαΐου του 1995, με αφορμή τα 50 χρόνια από το τέλος του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου προσκλήθηκα για μια σχετική διάλεξη στο Δήμο Χαλάστρας. Αφιέρωσα την ομιλία μου σ’ αυτές τις θηριωδίες που από τους Ναζί ονομάστηκαν «επιστημονικά πειράματα», δείχνοντας ότι όλα αυτά ήταν αποτέλεσμα της ναζιστικής, ρατσιστικής και αντισημιτικής ιδεολογίας που είχε καλλιεργηθεί για πολλά χρόνια στο χώρο της επιστήμης και με το Χίτλερ έγινε κυρίαρχη στο χώρο της πολιτικής. 
Όταν τέλειωσα, με πλησίασαν δύο άνδρες που βρισκόταν στο ακροατήριο και ο ένας απ’ αυτούς μου είπε: «Ήμουν εκεί, με μέτρησαν αλλά είχα την τύχη να μη με επιλέξουν». Ήταν ο κύριος Χάιντς Κούνιο και ο τόσο πρόωρα χαμένος Αλβέρτος Ναρ. Έτσι πληροφορήθηκα ότι το έγκλημα για το οποίο είχα μιλήσει τόσες φορές στους φοιτητές και στις φοιτήτριές μου, τόσο εδώ όσο και παλιότερα στη Γερμανία, μπορεί να αφορούσε και τους δικούς μου συμπατριώτες της Θεσσαλονίκης. Λίγα χρόνια αργότερα, χάρη στις έρευνες του Hans-Joachim Lang, τα θύματα απέκτησαν όνομα, και, πράγματι, τα περισσότερα ήταν από τη δική μας πόλη. 

«Γιατί, κύριε, αυτά δεν τα μαθαίνουμε στα τόσα μαθήματα που κάνουμε δώδεκα χρόνια στο σχολείο;» είναι η ερώτηση που δέχομαι κάθε φορά στις ομιλίες μου στα Λύκεια και στα Γυμνάσια της χώρας. Γιατί άραγε; Υπάρχουν τόσα πολλά σημαντικότερα θέματα στην Παιδεία ακόμη και μετά το Άουσβιτς, ώστε αυτό το θέμα να μη βρίσκει στα αναλυτικά προγράμματα των σχολείων μας τη θέση που του αρμόζει;
Μερικοί θεωρούν ότι δεν είναι θέματα που αφορούν και ενδιαφέρουν τους νέους ανθρώπους και άλλοι φοβούνται ότι αυτά τα θέματα μπορεί να ξεπερνούν τις αντοχές των παιδιών. Η εμπειρία μου λέει ότι κάνουν λάθος. 

Εδώ και 28 χρόνια, από τότε που ξεκίνησε τη λειτουργία του το Παιδαγωγικό Τμήμα της Θεσσαλονίκης, στο πλαίσιο του μαθήματός μου της αντιρατσιστικής εκπαίδευσης, κάθε εξάμηνο οι φοιτητές και οι φοιτήτριές μου έρχονται αντιμέτωποι με ταινίες από την απελευθέρωση του Άουσβιτς και του Buchenwald. Είναι αλήθεια ότι κι εγώ ο ίδιος αναρωτήθηκα στην αρχή, και από τότε πολύ συχνά ρωτήθηκα από άλλους, αν έχω το δικαίωμα να εκθέτω 18χρονα, 19χρονα, 20χρονα ανυποψίαστα παιδιά στις σκηνές εκείνες, παρέχοντάς τους μόνο το δικαίωμα ενός μικρού διαλείμματος μετά για να μπορέσουν ξανά να αναπνεύσουν και να διαχειριστούν τη συγκίνηση και τα δάκρυά τους. 28 γενιές φοιτητών και φοιτητριών, δηλαδή μερικές χιλιάδες δασκάλων που διδάσκουν σήμερα στα σχολεία, αντέκρουαν την προσωπική μου ανασφάλεια λέγοντας: «Το ερώτημα δεν είναι εάν έχετε το δικαίωμα να μας εκθέτετε στις βασανιστικές αυτές σκηνές του πόνου και του θανάτου, το ερώτημα είναι εάν έχετε το δικαίωμα να μας στερείτε αυτή τη γνώση κι αυτό το βίωμα, και η απάντησή μας είναι: Όχι, δεν το έχετε». Και έχουν προφανώς δίκιο, επειδή τα παιδιά έχουν δικαίωμα να βιώνουν το πανανθρώπινο πένθος που τα εντάσσει στον ανθρώπινο πολιτισμό.

Άπειρες φορές έχω συγκινηθεί ο ίδιος με τη συγκίνηση των νέων ανθρώπων όταν στο μάθημα της Εισαγωγής στην Παιδαγωγική μιλώ για τον μεγάλο Janusz Korczak -την πρώτη κιόλας μέρα που έρχονται στο Πανεπιστήμιο. Υπενθυμίζω ποιος ήταν ο Janusz Korczak.
Γνωστός και επιτυχημένος γιατρός και συγγραφέας πολλών παιδικών και νεανικών βιβλίων αφιέρωσε από πολύ νωρίς τη ζωή του στα ορφανά εβραιόπουλα της Πολωνίας. Με τη γερμανική κατοχή και το κλείσιμο του ορφανοτροφείου του συνοδεύει τα ορφανά παιδιά και ζει μαζί τους στο γκέτο της Βαρσοβίας. Στις 5 Αυγούστου 1942, όταν έρχεται η διαταγή να μεταφερθούν τα παιδιά στο Άουσβιτς, ο Korczak τα συνοδεύει στο σταθμό και ετοιμάζεται να επιβιβασθεί μαζί τους στο τρένο. Εκείνη τη στιγμή τον αναγνωρίζει ο γερμανός διοικητής και τρέχει κοντά του. «Διάβασα όλα τα βιβλία σας όταν ήμουν μικρός, και σας θαυμάζω απεριόριστα» του λέει. «Παρακαλώ κατεβείτε από το τρένο. Για εσάς δεν ισχύει η διαταγή». «Και τα παιδιά;» ρωτάει ο Korczak. «Τα παιδιά θα φύγουν. Εσείς όμως μπορείτε να μείνετε». «Απατάσθε!» αποκρίνεται ο Korczak. «Δεν είναι όλοι οι άνθρωποι παλιάνθρωποι». Είπε και ανέβηκε στο βαγόνι των παιδιών.
Είναι η τελευταία τεκμηριωμένη μαρτυρία, όμως ο θρύλος που γεννήθηκε και επέζησε στο Άουσβιτς λέει ότι ο Korczak συνόδευσε τα παιδιά μέχρι το θάλαμο των αερίων και πέθανε μαζί τους το μαρτυρικό θάνατο. 

Ως ανεπανάληπτο παράδειγμα ηρωικού ανθρώπου καταγράφεται στην Ιστορία της Παιδαγωγικής ο Janusz Korczak, που από την εποχή που ήμουν ακόμη φοιτητής αποτελεί για μένα το απόλυτο πρότυπο παιδαγωγού κι ανθρώπου. Όμως εδώ και κάποια χρόνια, όσες φορές μιλώ γι’ αυτόν, η σκέψη μου στρέφεται και σε μια άλλη δασκάλα και στη δική της παρουσία στο Άουσβιτς. 
Άγνωστο τ’ όνομά της μέχρι σήμερα. Πληροφορήθηκα γι’ αυτήν διαβάζοντας τη βιογραφία ενός επιζώντα του Ολοκαυτώματος με τίτλο «26 μήνες στο Άουσβιτς», του κρατούμενου με τον αριθμό 79414 Mordekhay Tsirulnitsky από το Ostrino, ο οποίος αναφέρει:
« Σ’ ένα από τα τρένα που ήρθαν από την Ελλάδα είχε παιδιά ενός ορφανοτροφείου. Στην πλατφόρμα του σιδηροδρομικού σταθμού οι άνδρες των SS θέλησαν να τα χωρίσουν από τη γυναίκα που τα συνόδευε και ήταν η δασκάλα και η κηδεμόνας τους. Εκείνη αρνήθηκε κατηγορηματικά να εγκαταλείψει τα παιδιά, παρά το γεγονός ότι τότε πια ήταν γνωστό σε όλους τους νέο-αφιχθέντες ποια ήταν η μοίρα που τους περίμενε. Ούτε το άγριο περιβάλλον ούτε οι προσπάθειες των SS να την τρομοκρατήσουν είχαν οποιοδήποτε αποτέλεσμα επάνω της. Έτσι προχώρησε και μπήκε μαζί με τα παιδιά στο θάλαμο αερίων». 
Η δική μας Korczak, χωρίς όνομα και ξεχασμένη. Η ελπίδα μου, από τότε που διάβασα γι’ αυτήν, είναι να καταφέρουν οι ιστορικοί να βρουν το όνομά της για να βαφτίσουμε μ’ αυτό την Παιδαγωγική Σχολή του Πανεπιστημίου μας – ως τιμή στο απόλυτο πρότυπο παιδαγωγού και ανθρώπου, ως μήνυμα πώς θα πρέπει να είναι η Αγωγή και η Παιδεία μετά το Άουσβιτς, ως σύμβολο άσβεστης μνήμης των θυμάτων της ναζιστικής θηριωδίας μέσα στον τόπο των βεβηλωμένων εβραϊκών μνημάτων αιώνων της πόλης μας. Γιατί αυτό σημαίνει πένθος μετά από τόσα χρόνια: Άσβεστη μνήμη που καθοδηγεί την κοινωνική και πολιτική πράξη. 

Η ευχή «να ζήσετε για να τους θυμάστε και να τους μνημονεύετε», δηλαδή να θυμάστε και πώς καταμερίζεται η ευθύνη για το θάνατό τους, σημαίνει για τις επόμενες γενιές αναγνώριση και ανάληψη της ευθύνης των προηγούμενων γενεών, ώστε τιμώντας και πενθώντας τους νεκρούς να μπορέσουν οι επόμενες γενιές να αποφύγουν τις ίδιες παραλείψεις και τα ίδια λάθη που οδήγησαν στη Μεγάλη Καταστροφή. 
Γι’ αυτό, την ημέρα πένθους δεν μπορούμε να μην επισημάνουμε τη νηπενθή –δηλαδή την χωρίς αίσθηση πένθους- ενασχόληση με το Ολοκαύτωμα ενός σημαντικού μέρους της ελληνικής κοινωνίας, που ακόμη και όταν το θυμάται και το μνημονεύει, το κάνει θαρρείς και αποτελεί απλώς ένα λυπηρό ιστορικό επεισόδιο που αξίζει επιστημονική καταγραφή και ανάλυση, καθώς επίσης και επετειακή υπόμνηση, αλλά δεν αξιώνεται πραγματικό πένθος. 

Αποτέλεσμα αυτού του γεγονότος είναι ο συγκεκριμένος κυρίαρχος τρόπος αντιμετώπισης των ναζιστικών και αντισημιτικών κομμάτων και οργανώσεων στη χώρα μας, που συχνά αντιμετωπίζονται ως δυσάρεστη και ανεπιθύμητη μεν, αλλά νόμιμη και προστατευόμενη, ακόμη και χρηματοδοτούμενη από το κράτος, έκφανση της σημαντικότατης πτυχής του ανθρώπινου πολιτισμού που είναι η ελευθερία των ιδεών. 
Όποιος έτσι βλέπει την επανεμφάνιση του Ναζισμού δεν πενθεί τους νεκρούς του Άουσβιτς και, συνεπώς, δεν διδάχτηκε τίποτε απ’ αυτό. 

Το Άουσβιτς δεν τελείωσε την ημέρα της απελευθέρωσης των κρατουμένων –τελείωσε, και το πένθος μπόρεσε να μετατραπεί από κενό γεμάτο λύπη σε αγαπημένη ανάμνηση- μόνο με τη Δίκη της Νυρεμβέργης. 
Σ’ αυτήν, η πρώτη απόφαση δεν αφορούσε άτομα, αλλά αφορούσε τις ναζιστικές οργανώσεις, για τις οποίες το δικαστήριο αποφάνθηκε ότι από τη στιγμή της σύστασής τους, εξαιτίας της ιδεολογίας και του προγράμματός τους, αποτελούν εγκληματικές οργανώσεις και, συνεπώς, τα στελέχη τους ευθύνονται και είναι αυτομάτως υπόδικα για όλα τα εγκλήματα που είναι απόρροια της σύστασης και της δραστηριότητας της συγκεκριμένης οργάνωσης. 
Έτσι, ο Julius Streicher, ο εκδότης της φανατικής αντισημιτικής ναζιστικής εφημερίδας Der Stürmer, καταδικάστηκε σε θάνατο και εκτελέστηκε για το ρόλο που έπαιξε στη δημιουργία του ιδεολογικού υπόβαθρου και του πολιτικού περιβάλλοντος ανοχής και αποδοχής της λεγόμενης «τελικής λύσης», δηλαδή της εξόντωσης των Εβραίων της Ευρώπης, παρά το γεγονός ότι δεν κατηγορήθηκε για άμεση συμμετοχή σε εγκλήματα ή σε σχετικές συσκέψεις των ανώτερων στελεχών του Ναζιστικού κόμματος. 

Οι αποφάσεις του δικαστηρίου της Νυρεμβέργης υιοθετήθηκαν αμέσως από τη χώρα μας και από τις άλλες χώρες και, αργότερα, από τα Ηνωμένα Έθνη, κι έτσι αποτελούν βασικό συστατικό στοιχείο της πολιτικής μας παράδοσης και του νομικού μας πολιτισμού. 
Πώς, λοιπόν, είναι δυνατόν σήμερα στη χώρα μας να θεωρείται ο ίδιος αντισημιτισμός με εκείνον του Julius Streicher ως νόμιμη και προστατευόμενη ελευθερία ιδεών κι όχι ως προετοιμασία εγκλήματος; 
Μόνο μια εγγράμματη μεν, αλλά νηπενθής σε σχέση με το Άουσβιτς κοινωνία μπορεί να αποδεχτεί κάτι τέτοιο, αλλά μια κοινωνία χωρίς την έννοια του πένθους είναι μια ομάδα ανθρώπων που αποξενώνεται από τις βασικές αρχές του ανθρώπινου πολιτισμού και, συνεπώς, κινδυνεύει με διολίσθηση στη βαρβαρότητα. 

Εμείς, είμαστε εδώ για να υπενθυμίσουμε: το πένθος για τους πενήντα χιλιάδες δολοφονημένους συμπολίτες μας αποτελεί προϋπόθεση ύπαρξης μιας πολιτισμένης και δημοκρατικής κοινωνίας.

Κυρίως όμως είμαστε εδώ για να υποσχεθούμε με απέραντη αγάπη στους νεκρούς μας: άσβεστη θα παραμείνει η μνήμη σας και αιώνιο το πένθος μας.