Σάββατο, 14 Ιουνίου 2014

«Μια φορά μόνο φώναξε "μαμά"!»


«Μια φορά μόνο φώναξε "μαμά"!»

του Γιώργου Τσιάκαλου
Δημοσιεύτηκε: Κυριακή 8 Ιουνίου 2014, Αγγελιοφόρος της Κυριακής 


Η Μαρία είχε όμορφα ξανθά μαλλιά και πανέμορφα γαλανά μάτια. Γι’ αυτό αποφάσισαν να της προσφέρουν ένα διαφορετικό μέλλον, από αυτό που θα είχε αν παρέμενε στο περιβάλλον των πρώτων παιδικών της χρόνων. Τη μετέφεραν σ’ ένα ειδικό ίδρυμα για περιπτώσεις σαν τη δική της και μετά την παρέδωσαν σε μια επιλεγμένη οικογένεια, όπου θα μπορούσε να ανατραφεί με τον κατάλληλο γι’ αυτήν τρόπο. Με τον καιρό έμαθε να μιλάει τη γλώσσα των νέων κηδεμόνων της και υποχρεώθηκε να ξεχάσει την παλιά. Δεν γνωρίζουμε αν πρόφερε ποτέ στη νέα της γλώσσα τη λέξη «μαμά», γνωρίζουμε όμως ότι ήταν η πρώτη λέξη που είπε -στην παλιά και στη νέα γλώσσα- όταν αισθάνθηκε ότι είχε την ελευθερία να μιλήσει και ότι δεν κινδύνευε πια αν θα εξέφραζε με ειλικρίνεια τα αισθήματα και τη βούλησή της. «Θέλω να γυρίσω στη μαμά μου και στους δικούς μου» είπε, και όταν αυτό έγινε πραγματικότητα, είχε την τύχη να προλάβει ν’ αγκαλιάσει ζωντανή στο νοσοκομείο την ετοιμοθάνατη μητέρα της, από την οποία την είχαν απομακρύνει βίαια λίγα χρόνια πριν. Μπόρεσε να κλάψει μαζί της για τα χρόνια του χωρισμού αλλά όχι και να συνομιλήσει αφού είχε ξεχάσει πια τα τσέχικα, τη μητρική της γλώσσα. 

Η ιστορία της μικρής ξανθιάς Μαρίας, της Μαρίας Σουπίκοβα από το Λίντιτσε της Τσεχίας, είναι μια από τις χιλιάδες ιστορίες παιδιών με ξανθά μαλλιά και γαλανά μάτια που στη διάρκεια του Β’ παγκόσμιου πολέμου με επίσημες διαδικασίες απομακρύνθηκαν από τις οικογένειές τους και παραδόθηκαν στα ειδικά ιδρύματα των Ναζί και σε επιλεγμένες γερμανικές οικογένειες για να ανατραφούν όπως «άρμοζε στο φυλετικό τους χαρακτήρα».

Συγκλονιστικές είναι οι σχετικές μαρτυρίες. Στα ιδρύματα «έκαναν τα πάντα ώστε τα παιδιά να απορρίψουν και να ξεχάσουν τους γονείς τους», αναφέρεται σε σχετική έκθεση. «Χαρακτηριστικά, οι νοσηλεύτριες των SS προσπαθούσαν να πείσουν τα παιδιά ότι οι γονείς τους σκόπιμα τα είχαν εγκαταλείψει», και δέρνονταν εκείνα που αρνούνταν ν’ αποδεχτούν τις νέες καταστάσεις. Και όσα επέμεναν στην άρνησή τους κατέληγαν στα στρατόπεδα συγκέντρωσης και στο θάνατο.

Όλα αυτά, ελπίζαμε ότι, πέρασαν με το τέλος του πολέμου, και ότι οι χιλιάδες κατεστραμμένες ζωές που, αντίθετα από τα κατεστραμμένα κτίρια, ποτέ δεν μπόρεσαν να βρουν την παλιά τους μορφή και γαλήνη, θα αποτελούσαν ζωντανή υπενθύμιση για τον τρόπο που πρέπει να βλέπουμε τα παιδιά και να τα προστατεύουμε ιδιαίτερα σε δύσκολες στιγμές. Γι’ αυτό, τα ιδρύματα, και μαζί τους ο «ιδρυματισμός», ανήκουν στο παρελθόν και η φροντίδα των παιδιών ανατίθεται πια με γνώμονα τις ιδιαίτερες ανάγκες του κάθε παιδιού και με σεβασμό στο μέχρι τότε περιβάλλον του και στους ανθρώπους που αγάπησε.

Συνειρμικά μου ήρθαν όλα τα παραπάνω στο μυαλό διαβάζοντας πριν λίγες μέρες την είδηση με την οποία τροφοδότησε την κοινωνία η ΜΚΟ «Το χαμόγελο του παιδιού» σχετικά με τη ζωή της μικρής «ξανθιάς Μαρίας» σ’ ένα από τα ιδρύματά του: «Μια φορά μόνο φώναξε "μαμά"!» είπαν. 

Ώστε έτσι! Αρπάχτηκε βίαια από την αγκαλιά της μαμάς της, έχασε μέσα σε μια στιγμή όλα τα συγγενικά και φιλικά της πρόσωπα και την πατρίδα της –διότι για τη Μαρία αυτή είναι η αλήθεια- και ούτε μια φορά δεν αναζήτησε κανέναν; Ισχυρίζονται δηλαδή στα σοβαρά ότι εξήγησαν σ’ ένα πεντάχρονο παιδί την έννοια του DNA και των βιολογικών γονέων και συγγενών και το έκαναν ν’ αλλάξει σε γνωστικό επίπεδο την άποψή του και ταυτόχρονα ν’ αποδεχτεί συναισθηματικά το νέο δεδομένο της απόλυτης απώλειας του παρελθόντος του και της απόλυτης μοναξιάς του στον κόσμο; Προφανώς, αυτό θέλουν να μας πουν. Όμως, η πραγματική απάντηση στο ερώτημα έχει ήδη δοθεί από τη Μαρία Σουπίκοβα, και είναι ένοχος όποιος την έχει ξεχάσει.