Κυριακή, 28 Μαΐου 2017

Οικογενειακή επανένωση προσφύγων σε εφαρμογή της Σύμβασης του Δουβλίνου


Γιώργος Τσιάκαλος
Οικογενειακή επανένωση προσφύγων σε εφαρμογή της Σύμβασης του Δουβλίνου
Νομικό καθεστώς – Εφαρμογή στην Ελλάδα - Προβλήματα


 Στο κείμενο αυτό δίνονται μερικές βασικές πληροφορίες σχετικά με το θέμα της οικογενειακής επανένωσης των προσφύγων που βρίσκονται στην Ελλάδα, ώστε να απαντηθούν πολλές απορίες που οφείλονται σε κάποιο βαθμό σε παρεξηγήσεις και σ΄έναν μεγαλύτερο βαθμό σε συνειδητή παραπληροφόρηση.
Κατηγορίες αιτούντων άσυλο
Από τη στιγμή που έκλεισαν τα σύνορα στην Ειδομένη υπήρχαν τρεις κατηγορίες αιτούντων άσυλο:
Α) Άτομα που έκαναν αίτηση και ταυτόχρονα ζητούσαν να εξεταστεί η αίτησή τους από άλλη χώρα,, εξαιτίας του γεγονότος ότι κάποιο μέλος της οικογένειάς τους ήδη είχε κάνει αίτηση, ή είχε πάρει άσυλο ή προστασία στην άλλη χώρα (Σύμβαση Δουβλίνου). Στην περίπτωση αυτή το αίτημα δεν εξετάζεται εδώ αλλά αποστέλλεται στην άλλη χώρα μέσω της ειδικής ηλεκτρονικής πλατφόρμας  DubliNet. Εφόσον η άλλη χώρα διαπιστώσει ότι συντρέχουν οι συνθήκες της Σύμβασης του Δουβλίνου αποστέλλει (το αργότερο μέσα σε δύο μήνες από την αποστολή του αιτήματος) μέσω του DubliNet τη λεγόμενη «αναδοχή» και τα άτομα αυτά μεταφέρονται εκεί. Συνήθως η διαδικασία αυτή στην καθημερινή γλώσσα ονομάζεται «οικογενειακή επανένωση». Εφόσον συντρέχουν οι συνθήκες  αποτελεί δικαίωμα του ατόμου να μεταβεί στην άλλη χώρα και υποχρέωση της άλλης χώρας να το δεχτεί. 
Β) Άτομα από συγκεκριμένες χώρες από συγκεκριμένες χώρες -όπως είναι κυρίως η Συρία- που έκαναν αίτηση και ταυτόχρονα ζητούσαν να υπαχθούν στο ειδικό πρόγραμμα επανεγκατάστασης. Πρόκειται για περιπτώσεις στις οποίες το αίτημα θα εξεταστεί από άλλη χώρα, εφόσον κάποια χώρα τα δεχτεί. Για τον σκοπό αυτό αποστέλλονται αιτήματα προς άλλες χώρες από την Υπηρεσία Ασύλου της Ελλάδας. Η αναδοχή τους από άλλη χώρα δεν αποτελεί δικαίωμά τους ούτε υποχρέωση της άλλης χώρας. 
Γ) Άτομα που δεν εμπίπτουν σε καμιά από τις παραπάνω κατηγορίες, το αίτημά τους ισχύει μόνο για την Ελλάδα και θα εξεταστεί αποκλειστικά από την Υπηρεσία Ασύλου της Ελλάδας.


Στατιστικά στοιχεία
Κανείς δεν γνωρίζει με ακρίβεια τον αριθμό των ατόμων που ανήκαν σε κάθε κατηγορία. Η μοναδική εκτίμηση που υπήρξε εκείνη την εποχή ήταν από την οργάνωση pro asyl που ανέβαζε το ποσοστό της πρώτης κατηγορίας σε 60-90% (ποσοστό μάλλον πολύ υψηλό σε σχέση με την πραγματικότητα). Μέχρι σήμερα δεν έχουν δοθεί σχετικά στοιχεία από την Υπηρεσία Ασύλου, ενώ θα πρέπει να είναι γνωστά μετά την ολοκλήρωση και της δεύτερης προκαταγραφής. Οι περισσότεροι θεωρούν ότι, μάλλον, ανέρχεται στο 50%.


Γιατί ήταν (και είναι) σημαντικό να γνωρίζαμε (και να γνωρίζουμε) το ποσοστό ιδιαίτερα της πρώτης κατηγορίας;
Η πρώτη κατηγορία είναι σημαντική για τη δική μας χώρα γιατί ούτε θέλει ούτε μπορεί να υποχρεωθεί να μείνει στη δική μας χώρα, και η μετάβασή της στην άλλη χώρα -εφόσον συντρέχουν οι συνθήκες της Σύμβασης του Δουβλίνου- δεν εξαρτάται από την επιθυμία της άλλης χώρας, πρόκειται για υποχρέωσή της. Ταυτόχρονα, οι προθεσμίες που προβλέπονται στον κανονισμό είναι τέτοιες που επιτρέπουν ταχύτατη ολοκλήρωση της διαδικασίας, εφόσον η χώρα αποστολής του αιτήματος (στην περίπτωσή μας η Ελλάδα) ενδιαφέρεται γι’ αυτό. Οι προθεσμίες για τη χώρα αναδοχής είναι σχεδόν ασφυκτικές (μόλις δύο μήνες για να απαντήσει και σχεδόν αμέσως για δεχτεί τα άτομα μετά την κοινοποίηση της αναδοχής).


Πως αντιμετωπίστηκε αυτή η κατηγορία προσφύγων στην Ελλάδα;
Η Ελλάδα μπορούσε να είχε φροντίσει ώστε αυτή κατηγορία να είχε μεταβεί στις άλλες χώρες το
αργότερο μέχρι το καλοκαίρι του 2016, καθώς στη δική της περίπτωση δεν ήταν αναγκαία η ύπαρξη εκείνου του εξειδικευμένου προσωπικού που απαιτείται για την εξέταση των αιτημάτων ασύλου (και, όπως επανειλημμένα λεγόταν, έλειπε από τη χώρα). Για το σκοπό αυτό τα άτομα αυτής της κατηγορίας έπρεπε όσο γίνεται νωρίτερα να υποβάλουν την αίτηση ασύλου και αυτή όσο γίνεται νωρίτερα -αμέσως!-  να αποστέλλεται στην άλλη χώρα. Αυτό που συνέβη ήταν ακριβώς το αντίθετο:
α) Στην προκαταγραφή, που έγινε μέσω skype, ενώ οι άλλες κατηγορίες είχαν τη δυνατότητα να επιχειρήσουν την καταγραφή καθημερινά, η πρώτη κατηγορία είχε αυτή τη δυνατότητα μόνον μία φορά την εβδομάδα για μόλις μία ώρα. Το αποτέλεσμα ήταν να καθυστερήσει πάρα πολύ η προκαταγραφή  τους.
β) Στην καταγραφή δινόταν η ημερομηνία για την υποβολή της αίτησης ασύλου. Ενώ για τις άλλες κατηγορίες η προθεσμία κυμαινόταν από μία εβδομάδα (στην αρχή) έως και 40 ημέρες, στην πρώτη κατηγορία ήταν περίπου τρεις μήνες (που προβλέπεται ως ανώτατη προθεσμία) έως και πέντε μήνες.
γ)  Η αποστολή της αίτησης προς την άλλη χώρα γινόταν σε λίγο λιγότερο από τους τρεις μήνες (που προβλέπονται ως ανώτατο όριο από τη Σύμβαση του Δουβλίνου).
Με τον τρόπο αυτό, χάθηκε η δυνατότητα που υπήρχε να μετακινηθεί προς άλλες χώρες το 50% των προσφύγων μέσα στους πρώτους μήνες κι έτσι ν’ αντιμετωπιστούν πιο αποτελεσματικά τα προβλήματα όσων παρέμεναν εδώ, δημιουργήθηκαν πολλά προβλήματα σε διάφορους τομείς, όπως π.χ. είναι η εκπαίδευση και, ταλαιπωρήθηκε ίσως η  πιο ευάλωτη κατηγορία που είναι οι μητέρες με βρέφη και μικρά παιδιά.



Πόσες οικογένειες και πόσα άτομα μετακινήθηκαν μέχρι σήμερα με βάση τη Σύμβαση του Δουβλίνου;
Στον απολογισμό της Υπηρεσίας Ασύλου για το έτος 20016 αναφέρονται οι αριθμοί των μετακινηθέντων σε άλλες χώρες κατά κατηγορία (μετεγκατάσταση, επανένωση οικογενειών).
α) Σχετικά με την μετεγκατάσταση αναφέρεται:
«Ενώ η Ελλάδα έχει αποστείλει 13.345 αιτήματα σε άλλα Κράτη-Μέλη, έχουν γίνει αποδεκτά 10.712, ενώ έχουν αναχωρήσει 7.000 άτομα περίπου. Παρατηρούνται σοβαρές καθυστερήσεις και μετά την αποδοχή των αιτημάτων μας προς μετεγκατάσταση, καθώς τα περισσότερα Κράτη-Μέλη δεν έχουν προνοήσει για τη δημιουργία επαρκών θέσεων υποδοχής, και άρα ζητούν να αναβληθεί η μεταφορά των αιτούντων. Αυτό στην πράξη σημαίνει ότι δεν αποσυμφορούνται αρκετά γρήγορα οι δομές φιλοξενίας στην Ελλάδα, ενώ παράλληλα υποχρεούνται οι ελληνικές υπηρεσίες να εξηγούν στους αιτούντες γιατί καθυστερεί η μεταφορά».
Για την κατηγορία αυτή, η Υπηρεσία Ασύλου εξηγεί τους λόγους της καθυστέρησης στη μεταφορά που παρατηρείται μετά την αποδοχή από την άλλη χώρα (λέει ότι τη ζητούν οι άλλες χώρες)  και σημειώνει τα προβλήματα που συνεπάγεται για την Ελλάδα η καθυστέρηση αυτή (αργή καθυστέρηση των δομών φιλοξενίας, και υποχρέωση των Υπηρεσιών να εξηγούν στους αιτούντες τα αίτια της καθυστέρησης).


β) Σχετικά με την επανένωση οικογενειών αναφέρεται:
«Αναφορικά με τις διαδικασίες Δουβλίνου η Εθνική Μονάδα Δουβλίνου το 2016 απέστειλε στο πλαίσιο του Κανονισμού Δουβλίνου 4.886 εξερχόμενα αιτήματα ανάληψης ευθύνης για οικογενειακή επανένωση. Μέχρι στιγμής έχουν γίνει αποδεκτά για 2.462 υποθέσεις, και αντίστοιχα έχουν απορριφθεί για 1.001 υποθέσεις, για τις οποίες η Υπηρεσία έχει ζητήσει επανεξέταση από τα άλλα Κράτη-Μέλη. 1.107 άτομα έχουν ταξιδέψει στη χώρα τελικού προορισμού».
Για την κατηγορία αυτή, η Υπηρεσία Ασύλου δεν εξηγεί τους λόγους της καθυστέρησης στη μεταφορά που παρατηρείται μετά την αναδοχή από την άλλη χώρα, ούτε για τα προβλήματα που δημιουργούνται στην Ελλάδα και στις Υπηρεσίες της.

Η σύγκριση των δεδομένων για τις δύο κατηγορίες δημιουργεί ερωτήματα.
α) Το 73,2% των αιτημάτων που απέστειλε η Υπηρεσία Ασύλου προς άλλες χώρες αφορούσε τη διαδικασία μετεγκατάστασης, και μόλις το 26,8% τις επανενώσεις οικογενειών. Αν μάλιστα ληφθεί υπόψη ότι έτοιμα για αποστολή ήταν 21.431 αιτήματα για μετεγκατάσταση (που δεν εστάλησαν επειδή δεν υπήρχε ακόμη η αντίστοιχη προσφορά από τις χώρες της Ευρώπης), τότε τα ποσοστά γίνονται 79,8% και 20,2% αντίστοιχα. Δεν δίνεται καμιά εξήγηση για το φαινόμενο αυτό.
β) Διαφορές υπάρχουν στα ποσοστά των ατόμων που ταξίδεψαν στις άλλες χώρες αφενός μετά την αποδοχή για μετεγκατάσταση  και αφετέρου μετά την αναδοχή για οικογενειακή επανένωση:
Για τη κατηγορία της μετεγκατάστασης το ποσοστό ανέρχεται στο 65,4% και η ευθύνη για την καθυστέρηση στην μεταφορά των υπόλοιπων 34,6% αποδίδεται στις χώρες αποδοχής.
Για την κατηγορία των οικογενειακών επανενώσεων δεν είναι εύκολο να βρεθεί το ποσοστό διότι αναφέρεται ότι 2.462 υποθέσεις  -δηλαδή οικογένειες- είχαν γίνει αποδεκτές και ότι 1107 άτομα είχαν ταξιδέψει. Καθώς δεν έχουμε στοιχεία από την Υπηρεσία Ασύλου, υποθέτουμε ότι με τον όρο «υποθέσεις» εννοείται ένα άτομο για κάθε υπόθεση και τότε το ποσοστό των ατόμων που έφυγαν από τη χώρα μετά την αναδοχή υπολογίζεται ότι δεν ξεπερνούσε το 45%.
Καμιά εξήγηση δεν δόθηκε από την Υπηρεσία Ασύλου για το φαινόμενο αυτό, που σε πραγματικά στοιχεία σημαίνει ότι τουλάχιστον 1355 άτομα, στην πλειονότητά μητέρες με μικρά παιδιά,  ξεχειμώνιασαν στην Ελλάδα, ενώ είχαν το δικαίωμα και τη δυνατότητα να βρίσκονται στην άλλη χώρα μαζί με τις οικογένειές τους.
Παρατήρηση: Ενώ η Υπηρεσία Ασύλου της Ελλάδας αναφέρει ότι 2.462 υποθέσεις είχαν γίνει αποδεκτές από όλες τις χώρες μαζί, το Γερμανικό υπουργείο αναφέρει ότι από τη Γερμανία είχαν γίνει αποδεκτές 2483 υποθέσεις (21 περισσότερες από τον αριθμό που δίνεται από την Ελλάδα για το σύνολο των χωρών!) και είχαν μεταφερθεί στη Γερμανία μόνον 739 άτομα, δηλαδή 29,8%, ενώ 1744 άτομα, που είχαν γίνει αποδεκτά από τη Γερμανία, παρέμειναν στην Ελλάδα.
Το 2017 αναχώρησαν από την Ελλάδα για τη Γερμανία 370 άτομα τον Φεβρουάριο, 540 τον Μάρτιο και 70 τον Απρίλιο (συνολικά 980 άτομα), δηλαδή περίπου τα μισά από αυτά που είχαν γίνει δεκτά ήδη μέσα στο 2016. Εντωμεταξύ, ο αριθμός των αναδοχών έχει αυξηθεί και με τις καθυστερήσεις που υπάρχουν αυξάνεται ο αριθμός των ατόμων που παραμένουν στη χώρα ενώ ήδη έχουν γίνει δεκτά από τη Γερμανία (και πολύ λιγότερα από τις άλλες χώρες). Στην Εφημερίδα των Συντακτών της 11ης Μαΐου 2017 αναφέρεται ότι ο αριθμός αυτός ανέρχεται στα 2400 άτομα (μάλλον χαμηλός σε σχέση με την πραγματικότητα).
Το ερώτημα που αναδύεται είναι: που οφείλεται η καθυστέρηση και πως μπορεί να αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά (στο πλαίσιο της Σύμβασης του Δουβλίνου).


Τι προβλέπεται από τη Σύμβαση του Δουβλίνου για τις μεταφορές στις χώρες αναδοχής;
Ας ειπωθεί από την αρχή: Η καθυστέρηση οφείλεται στην πάγια άρνηση των ελληνικών αρχών να επιτρέψουν την εφαρμογή εκείνου του τρόπου μεταφοράς, στον οποίον δίνεται απόλυτη προτεραιότητα  στη Σύμβαση του Δουβλίνου, και ο οποίος περιορίζει σε ελάχιστο βαθμό τις γραφειοκρατικές διαδικασίες και επιτρέπει την ταχεία μετάβαση από τη μία χώρα στην άλλη.

Στο άρθρο 24 της αιτιολογικής έκθεσης του Κανονισμού ΕΕ 604 (2013) αναφέρεται:

«Σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1560/2003 της Επιτροπής, οι μεταφορές στο υπεύθυνο προς εξέταση αίτησης διεθνούς προστασίας κράτος μέλος μπορούν να γίνονται
α) εθελοντικά,
β) με ελεγχόμενη αναχώρηση ή
γ) με συνοδεία.
Τα κράτη μέλη θα πρέπει να προάγουν τις εθελοντικές μεταφορές, παρέχοντας επαρκείς πληροφορίες στον αιτούντα, και να εξασφαλίζουν ότι οι ελεγχόμενες ή με συνοδεία μεταφορές πραγματοποιούνται λαμβάνοντας υπόψη τον ανθρωπιστικό παράγοντα, με πλήρη τήρηση των θεμελιωδών δικαιωμάτων και σεβασμό της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, καθώς και του μείζονος συμφέροντος του παιδιού και λαμβάνοντας υπόψη πρωτίστως τις εξελίξεις της συναφούς νομολογίας, ιδίως όσον αφορά τις μεταφορές για ανθρωπιστικούς λόγους».
Δηλαδή εθελοντική αναχώρηση έχει απόλυτη προτεραιότητα, και αυτήν πρέπει να προάγουν και να ενισχύουν οι χώρες, ιδιαίτερα στις περιπτώσεις οικογενειακής επανένωσης.


Στο άρθρο 26Κοινοποίηση της απόφασης μεταφοράς») του Κανονισμού, το παραπάνω εξειδικεύεται ως εξής:
«1. Όταν το κράτος μέλος προς το οποίο απευθύνεται το αίτημα δέχεται την αναδοχή (…), το κράτος μέλος που υπέβαλε το αίτημα κοινοποιεί στο ενδιαφερόμενο πρόσωπο την απόφαση για τη μεταφορά του προς το υπεύθυνο κράτος μέλος και, κατά περίπτωση, για την απόφαση περί μη εξέτασης της αίτησής του για διεθνή προστασία. (…)
2. Η απόφαση της παραγράφου 1 περιλαμβάνει πληροφορίες για τα διαθέσιμα ένδικα μέσα, συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος αίτησης αναστολής, κατά περίπτωση, και για τις προθεσμίες προσφυγής και μεταφοράς και περιλαμβάνει, εφόσον είναι απαραίτητο, τις πληροφορίες σχετικά με τον τόπο στον οποίο, και την ημερομηνία κατά την οποία, θα πρέπει να παρουσιασθεί το ενδιαφερόμενο πρόσωπο, εφόσον το εν λόγω πρόσωπο μεταβαίνει στο υπεύθυνο κράτος μέλος με δικά του μέσα».


Στη συνέχεια στο άρθρο 29 παρ. 1 αναφέρεται σχετικά με τις προθεσμίες εκτέλεσης της μεταφοράς:
«Η μεταφορά του αιτούντος ή άλλου προσώπου πραγματοποιείται σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο του κράτους μέλους που υπέβαλε το αίτημα, ύστερα από διαβούλευση μεταξύ των ενδιαφερομένων κρατών μελών, μόλις αυτό είναι πρακτικά δυνατόν και το αργότερο εντός προθεσμίας έξι μηνών από την αποδοχή του αιτήματος περί αναδοχής».

Στην παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου σημειώνεται η πολύ σπουδαία σημασία που έχει η προθεσμία των έξι μηνών:
«Εάν η μεταφορά δεν πραγματοποιηθεί εντός της προθεσμίας των έξι μηνών, το υπεύθυνο κράτος μέλος απαλλάσσεται των υποχρεώσεών του αναδοχής ή εκ νέου ανάληψης του ενδιαφερομένου και η ευθύνη μεταβιβάζεται τότε στο κράτος μέλος που υπέβαλε το αίτημα. Η προθεσμία αυτή μπορεί να παρατείνεται σε ένα έτος κατ’ ανώτατο όριο, εάν η μεταφορά δεν κατέστη δυνατόν να πραγματοποιηθεί λόγω φυλάκισης του ενδιαφερομένου ή σε 18 μήνες κατ’ ανώτατο όριο αν ο ενδιαφερόμενος διαφεύγει».
Συμπερασματικά: Από τη Σύμβαση του Δουβλίνου προκρίνονται οι εθελοντικές μεταφορές που οργανώνονται και πληρώνονται από τα ίδια τα άτομα και το κράτος απλώς φροντίζει ώστε η μεταφορά να πραγματοποιηθεί το αργότερο μέσα σε έξι μήνες γιατί αλλιώς ακυρώνεται η αναδοχή.


Τι εφαρμόζεται από την Υπηρεσία Ασύλου – Μονάδα Δουβλίνου στην Ελλάδα;
Η Υπηρεσία Ασύλου παραβιάζει συστηματικά τη Σύμβαση του Δουβλίνου αρνούμενη το δικαίωμα της εθελοντικής μεταφοράς, επιλέγει αποκλειστικά την ελεγχόμενη μεταφορά, η οποία οργανώνεται από την ίδια (με τη μεσολάβηση συγκεκριμένου Γραφείου Ταξιδιών) και χρηματοδοτείται  από τον κρατικό προϋπολογισμό. Μέχρι σήμερα δεν έχει δοθεί καμία απάντηση για την άρνησή της να επιτρέψει την εθελοντική αναχώρηση, ούτε έχει απαντηθεί σχετικό αίτημα. Πάντως, είναι δεδομένο ότι οι μεταφορές μέχρι σήμερα πραγματοποιούνταν λίγες ημέρες πριν τη λήξη της εξάμηνης προθεσμίας, ενώ σήμερα, με την αύξηση και την συσσώρευση των ανεκτέλεστων αναδοχών, κινδυνεύουν να παραμείνουν στη χώρα χιλιάδες άτομα εξαιτίας της παρέλευσης της εξάμηνης προθεσμίας (άρθρο 29 παρ. 2). Οι μεταφορές που έχουν εκτελεστεί μέχρι σήμερα αφορούν άτομα, των οποίων η αναδοχή είχε γίνει μέχρι το πρώτο δεκαήμερο του Νοεμβρίου.
Τι απαιτείται για να γίνει δυνατή η εθελοντική μεταφορά;
Στο άρθρο 29, παρ. 1, εδ., 3 αναφέρεται:
«Εάν είναι απαραίτητο, ο αιτών εφοδιάζεται από το κράτος μέλος που υπέβαλε το αίτημα με άδεια ελεύθερης διέλευσης. Η Επιτροπή, μέσω εκτελεστικών πράξεων, καθορίζει το υπόδειγμα της άδειας ελεύθερης διέλευσης. Το υπεύθυνο κράτος μέλος ενημερώνει το κράτος μέλος που υπέβαλε το αίτημα, ανάλογα με την περίπτωση, για την ασφαλή άφιξη του ενδιαφερομένου ή για τη μη εμφάνισή του εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας».
Απαραίτητο είναι αυτό όταν οι αιτούντες δεν έχουν διαβατήριο της χώρας τους (κάτι που αποτελεί κανόνα, σε όσους/ες αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν την πατρίδα τους ξαφνικά και εσπευσμένα  εξαιτίας πολεμικών συρράξεων ή διώξεων).


Τι είναι η άδεια ελεύθερης διέλευσης;
Η Επιτροπή έδωσε υπόδειγμα της άδειας ελεύθερης διέλευσης, που είναι το παρακάτω:





Είναι το μόνο που χρειάζονται οι πρόσφυγες μετά την αναδοχή για να μεταβούν στην άλλη χώρα με δικό τους προγραμματισμό και δικά τους έξοδα. Αντίγραφο του δελτίου ελεύθερης διέλευσης διαβιβάζεται μέσω DubliNet στις αρχές της χώρας αναδοχής. Η Γερμανία ζητάει – όχι ως απόλυτο όρο, αλλά ως διευκόλυνση- η μετάβαση να γίνει το νωρίτερο επτά ημέρες μετά την έκδοση του δελτίου ελεύθερης διέλευσης. Με το δελτίο αυτό περνάει κανείς τους ελέγχους στο αεροδρόμιο σαν να ήταν διαβατήριο και δεν έχει καμιά άλλη σχέση με τη γερμανική αστυνομία. Σε εύλογο χρονικό διάστημα (μιας έως δύο εβδομάδες) πρέπει να παρουσιαστεί στην Υπηρεσία Αλλοδαπών της περιοχής όπου διαμένει η οικογένεια (και αναγράφεται στο έγγραφο αναδοχής).

Μήπως οι καθυστερήσεις οφείλονται στις αλλαγές προς το χειρότερο που έγιναν στη Γερμανία το 2016 σχετικά με την οικογενειακή επανένωση;


Συχνά εκπρόσωποι διάφορων ΜΚΟ και εφημερίδες (βλ. άρθρο της Εφημερίδας των Συντακτών στις 11/5/2017) ερμηνεύουν τις καθυστερήσεις  στις οικογενειακές επανενώσεις με τις αλλαγές -προς το χειρότερο- που έγιναν στη Γερμανία πέρυσι και αφορούσαν θέματα «οικογενειακής επανένωσης». Όμως αυτό δεν ισχύει. Οι αλλαγές εκείνες δεν έχουν καμιά σχέση με τις υποθέσεις και τα προβλήματα που έχουμε εμείς στην Ελλάδα. Η εντελώς άκυρη συσχέτιση δημιουργεί σύγχυση και αβεβαιότητα για τις δυνατότητες και τους ενδεδειγμένους τρόπους αντίδρασης στις απαράδεκτες και παράνομες καθυστερήσεις.

Εξηγώ:
«Οικογενειακή επανένωση» -Familienzusammenführung, στα Γερμανικά-  είναι η κατάσταση όπου μέλη μιας οικογένειας που διέμεναν σε διαφορετικές χώρες μετακινούνται σε μία από τις χώρες ώστε να ζουν πια μαζί. Η κατάσταση αυτή μπορεί να επιτευχθεί με διαφορετικούς τρόπους σε διαφορετικές συγκυρίες.
Με το Νόμο της 16/3/2016 (στον οποίον αναφέρεται το άρθρο, όπως και πολλές ΜΚΟ) αναστέλλεται για 2 χρόνια (μέχρι τις 16/3 2018) η δυνατότητα «μετοίκησης μελών της οικογένειας» - Familiennachzug,  στα Γερμανικά- για όσους πήραν «επικουρική προστασία» μετά τις 17/3/2016. Για τους προηγούμενους δεν υπάρχει καμιά αλλαγή. Επίσης καμιά αλλαγή δεν υπάρχει για όσους παίρνουν άσυλο, όποτε κι αν συμβεί αυτό. Για όλους, πάντως, επανέρχεται η παλιά κατάσταση μετά τις 16 Μαρτίου 2018 (εάν δεν αλλάξει κάτι, που, δυστυχώς, ποτέ δεν αποκλείεται).
Οι λόγοι για τους οποίους πολύ σωστά βρέθηκε στο επίκεντρο αυστηρής κριτικής η αναστολή αυτή είναι δύο:  Πρώτον, το γεγονός ότι ακόμη και η μικρότερη καθυστέρηση στην επανένωση της οικογένειας αποτελεί πηγή δυστυχίας με χρόνια αρνητικά αποτελέσματα τόσο για τα άτομα όσο και για τη δυνατότητα ομαλής ένταξης στο κοινωνικό περιβάλλον, και, δεύτερον, διότι έρχεται να συνοδεύσει τη νέα πρακτική που εφαρμόζει η Υπηρεσία Ασύλου, και είναι να αρνείται όλο και περισσότερο τη χορήγηση ασύλου και να περιορίζεται στην παροχή επικουρικής προστασίας. Δηλαδή, ο νόμος δημιουργεί προβλήματα σε όλο και περισσότερους πρόσφυγες.
Η «μετοίκηση μελών της οικογένειας» πραγματοποιείται με αίτηση-πρόσκληση του μέλους που βρίσκεται στη Γερμανία και κατόπιν αίτηση των μελών της οικογένειας για χορήγηση βίζας στη Γερμανική πρεσβεία της χώρας όπου διαμένουν εκείνη την εποχή. Αυτή τη διαδικασία αφορούν οι αλλαγές που έφερε ο νόμος της 16/3/2016.
Αυτός και ο εκάστοτε νόμος για τη «μετοίκηση μελών της οικογένειας» δεν έχει καμιά σχέση με διεθνείς υποχρεώσεις, έρχεται να υλοποιήσει ένα από τα βασικά άρθρα του Γερμανικού συντάγματος (Grundgesetz) που αναφέρεται στην προστασία της οικογένειας.

Οι αλλαγές σε ό,τι αφορά τη «μετοίκηση μελών της οικογένειας» δεν αφορούν σχεδόν κανέναν στην Ελλάδα. Ασφαλώς, δεν αφορούν τις περιπτώσεις των καθυστερήσεων χιλιάδων προσφύγων, οι οποίες μας απασχολούν και σχετίζονται με την Υπηρεσία Ασύλου. Εδώ η κατάσταση της οικογενειακής επανένωσης επέρχεται -και αποτελεί δικαίωμα- με την πρόβλεψη στη Σύμβαση του Δουβλίνου ότι υπεύθυνο για την εξέταση της αίτησης ασύλου ενός ατόμου είναι το κράτος όπου έκανε αίτηση το πρώτο μέλος της οικογένειάς του. Δηλαδή η «οικογενειακή επανένωση» είναι αποτέλεσμα της μεταφοράς της αίτησης ασύλου και, συνακόλουθα, του προσώπου που την έκανε, στη χώρα όπου διαμένει το πρώτο μέλος της οικογενείας που έκανε αίτηση ή πήρε άσυλο ή επικουρική προστασία. 


Συγκεκριμένα η Σύμβαση του Δουβλίνου προβλέπει τα παρακάτω:

«Άρθρο 9  Μέλη οικογένειας που είναι δικαιούχοι διεθνούς προστασίας 
Εάν ένα μέλος της οικογένειας του αιτούντος, ανεξαρτήτως του αν οι οικογενειακοί δεσμοί είχαν δημιουργηθεί προηγουμένως στη χώρα καταγωγής, έλαβε άδεια διαμονής σε κράτος μέλος ως δικαιούχος διεθνούς προστασίας, το εν λόγω κράτος μέλος είναι υπεύθυνο για την εξέταση της αίτησης διεθνούς προστασίας, υπό τον όρο ότι οι ενδιαφερόμενοι εξέφρασαν την επιθυμία τους γραπτώς.
Άρθρο 10  Μέλη οικογένειας που είναι αιτούντες διεθνή προστασία

Εάν ένα μέλος της οικογένειας του αιτούντος έχει υποβάλει αίτηση διεθνούς προστασίας σε κράτος μέλος για την οποία δεν έχει ακόμη ληφθεί πρώτη απόφαση επί της ουσίας, αυτό το κράτος μέλος είναι υπεύθυνο για την εξέταση της αίτησης διεθνούς προστασίας, υπό τον όρο ότι οι ενδιαφερόμενοι εξέφρασαν την επιθυμία τους γραπτώς».
Συνεπώς, όταν μιλούμε για «οικογενειακή επανένωση» στη δική μας περίπτωση, εννοούμε αναδοχή από τη Γερμανία της ευθύνης για την εξέταση της αίτησης ασύλου όλων των μελών της οικογένειας και, συνακόλουθα, μεταφορά όλων των μελών της οικογένειας στη Γερμανία. Αυτό αποτελεί δικαίωμα, και τόσο αυτό όσο και οι τρόποι εφαρμογής του που προβλέπονται στη Σύμβαση του Δουβλίνου δεν μπορούν να αναιρεθούν με κανένα εθνικό νόμο (ούτε το ισχυρίστηκε η Γερμανία ή η Ελλάδα).