Ναζιστικά Εγκλήματα

Κείμενα για τα εγκλήματα των Ναζί στη διάρκεια του Β' Παγκόσμιου Πολέμου

Γιώργος Τσιάκαλος
Η ατελής αντιφασιστική νίκη
Παράδοση άνευ όρων ή απελευθέρωση;
«Η 8η Μαΐου είναι για εμάς μια νεαρή νύφη με ανοιξιάτικο φόρεμα, για τους Γερμανούς είναι μια χήρα με μαύρα πένθιμα ρούχα». Με τη φράση αυτή χαρακτήρισε ένας βετεράνος αξιωματικός του κόκκινου στρατού τον τρόπο με τον οποίον βίωσαν στα μεταπολεμικά χρόνια οι Γερμανοί την επέτειο της αντιφασιστικής νίκης και του τέλους του πολέμου.
Τι ήταν όμως η 8η Μαΐου για τη μεταπολεμική Γερμανία; «Παράδοση άνευ όρων», όπως επικράτησε να λέγεται, ή «απελευθέρωση από τη ναζιστική τυραννία»; Ο εκάστοτε χαρακτηρισμός συμπυκνώνει σε λέξεις τα αισθήματα που προκαλεί και την πολιτική εκτίμηση που επιδέχεται αυτό το τεράστιο ιστορικό γεγονός. Χρειάστηκαν σαράντα χρόνια για να μπορέσει να χαρακτηρίσει την ημέρα αυτή «επέτειο απελευθέρωσης» ένας επίσημος πολιτικός της Γερμανίας, ο τότε πρόεδρος φον Βαϊτσέκερ -συγκεντρώνοντας επάνω του άπειρα πυρά από εκείνους που μόνο ως ημέρα ντροπιαστικής ήττας και ως «καταστροφή της Γερμανίας» μπορούσαν να τη νοιώσουν.
Με πίκρα καταγράφει το γεγονός της διαφορετικής εκτίμησης ο 89χρονος, σήμερα, αγωνιστής της αντιφασιστικής αντίστασης –και δραστήριος συμπαραστάτης μας στην εποχή της δικτατορίας- Πέτερ Γκίνγκολντ:
 «Αυγή της ανθρωπότητας ήταν η 8η Μαΐου 1945. Ήταν η σωτηρία του ανθρώπινου πολιτισμού από τη ναζιστική βαρβαρότητα. Για εμάς ανέτειλε ο ήλιος. Όμως, με εξαίρεση μια μικρή μειοψηφία, ο γερμανικός λαός δεν την είδε με τον ίδιο τρόπο. Βεβαίως όλοι ανάπνευσαν με ανακούφιση όταν τέλειωσε ο πόλεμος. Δεν μπόρεσαν όμως να αισθανθούν την ημέρα αυτή και ως απελευθέρωση! Σωτηρία, απελευθέρωση, λύτρωση ένοιωσαν μόνο όσοι επιβίωσαν στην αντίσταση, στα στρατόπεδα συγκέντρωσης και στην εξορία ή όσοι παρέμειναν, έστω σιωπηλά, αντίπαλοι των ναζί και κράτησαν αξιοπρεπή στάση. Αντίθετα για την μεγάλη πλειοψηφία του λαού η ήττα του καθεστώτος των ναζί ήταν και δική τους ήττα».
Στα 89 του χρόνια ο Πέτερ Γκίνγκολντ προσπαθεί να φανταστεί ποια θα ήταν η εικόνα της Ευρώπης εάν το τέλος του ναζισμού στη Γερμανία δεν ερχόταν μόνο από τη νίκη των συμμαχικών δυνάμεων, αλλά ερχόταν σε συνδυασμό με μια εξέγερση των ίδιων των Γερμανών, όπως έγινε σε όλες τις άλλες κατακτημένες χώρες. Όμως η εξέγερση δεν ήλθε ούτε καν τις τελευταίες στιγμές στο Βερολίνο, όπου τις τελευταίες μέρες του πολέμου χρειάστηκε να δώσουν τη ζωή τους τριάντα χιλιάδες σοβιετικοί στρατιώτες για να απελευθερώσουν την πόλη. «Το όνειρο και το όραμά μας ήταν ότι ο πόλεμος θα τέλειωνε, όπως ο πρώτος παγκόσμιος πόλεμος, με την εξέγερση του γερμανικού λαού, με μια επανάσταση όμοια εκείνης του Νοέμβρη (1918). Τώρα, μάλιστα, στο πλευρό του γερμανικού λαού θα βρισκόταν και τα οχτώ εκατομμύρια αλλοδαποί σκλάβοι-εργάτες».
 Όμως η πραγματικότητα τον υποχρεώνει να θυμηθεί τα λόγια που χρησιμοποίησε η συγγραφέας Ρικάρντα Χουχ για μια παλιότερη εμπειρία: «Δεν ξεσηκώθηκε ο λαός για να υπερασπιστεί τη λευτεριά και τη ζωή εκείνων που θυσίασαν τη λευτεριά και τη ζωή τους για το λαό». Ούτε οργή ούτε ξεσηκωμός υπήρξε για τους υπαίτιους της καταστροφής. «Όχι δεν υπήρξε εναντίον τους οργή, πικρία, θυμός, ξεσηκωμός, αντίθετα υπήρξε συμπόνια με τους υπόδικους και τους καταδικασμένους στις δίκες των εγκληματιών πολέμου».  
Έτσι η πορεία της Γερμανίας, και κοντά σ’ αυτήν η πορεία της Ευρώπης, σφραγίστηκε από την εικόνα της άνευ όρων παράδοσης που υπέγραψε ο επιλεγμένος από τον ίδιο τον Χίτλερ διάδοχός του ναύαρχος Νταίνιτς, και όχι από την εικόνα ενός λαού που πανηγυρίζει τη νίκη του κατά του φασισμού.
Δικαίωση
Ο τελευταίος πρόεδρος του Γ’ Ράιχ, ναύαρχος Καρλ Νταίνιτς, έφτασε σε ηλικία 89 ετών απολαμβάνοντας την εκτίμηση, το σεβασμό και την ευγνωμοσύνη εκατομμυρίων ανθρώπων. Εκτός από την ανάλογη με τις υπηρεσίες του σύνταξη –ως ναύαρχος ήταν υπεύθυνος για τον τορπιλισμό επιβατικών και εμπορικών πλοίων από γερμανικά υποβρύχια- είχε και ήσυχη τη συνείδησή του: σύμφωνα με την κυρίαρχη άποψη έσωσε εκατομμύρια Γερμανών της Σιλεσίας και της Ανατολικής Πρωσίας από «το βέβαιο θάνατο που τους περίμενε» με την προέλαση του κόκκινου στρατού. Έτσι δεν χρειάστηκε να μετανιώσει για τίποτε στη ζωή του. Άλλωστε για τα εγκλήματα του Γ΄ Ράιχ «δεν ήξερε τίποτε», όπως δήλωσε στη δυτικογερμανική τηλεόραση λίγους μήνες πριν από το τέλος της ζωής του. Με την άγνοιά του αυτή ήταν ένας «μέσος Γερμανός». Γι’ αυτό όταν πέθανε στις 24 Δεκεμβρίου1980 τον αποχαιρέτησαν χιλιάδες λαού και ανάμεσά τους πολλοί στρατιωτικοί. Το υπουργείο εθνικής άμυνας της Γερμανίας αναγκάστηκε να εκδώσει ειδική διαταγή με την οποία απαγόρευε τη συμμετοχή στην κηδεία αξιωματικών εν στολή – όμως δεν έκανε τίποτε όταν δεκάδες αξιωματικοί παρέβησαν την εντολή και άσκησαν με τη σειρά τους αυστηρή κριτική στο υπουργείο.
Ενοχή
Όταν ο κόκκινος στρατός μπήκε στο στρατόπεδο συγκέντρωσης του Μάιντανεκ, βρήκε τα διαβατήρια και 820 χιλιάδες ζευγάρια παπούτσια ισάριθμων θυμάτων. Ποιος θανάτωσε μέσα σε δύο χρόνια τόσους ανθρώπους; Οι ανακρίσεις για την υπόθεση αυτή κράτησαν δεκαπέντε χρόνια και η δίκη στο Ντύσελντορφ διήρκεσε περισσότερο από έξι χρόνια. Οι κατηγορούμενοι απαλλάχτηκαν ο ένας μετά τον άλλο «διότι μετά από τόσα χρόνια ήταν αδύνατον να βρεθεί η αλήθεια».
Σύμφωνα με τον συνήγορο των κατηγορουμένων, Λούντβιχ Μποκ, ένοχη μπορούσε να χαρακτηριστεί με απόλυτη βεβαιότητα μόνον η εβραία μάρτυρας κατηγορίας, αφού αυτή αποδεδειγμένα κουβαλούσε τα κουτιά με το θανατηφόρο αέριο, και όχι οι δήμιοι. Γι’ αυτό ο ακροδεξιός συνήγορος απαίτησε από το δικαστήριο την άμεση σύλληψη και προσαγωγή σε δίκη της εβραίας μάρτυρα, ώστε να αποδοθεί δικαιοσύνη και να υπάρξει τιμωρία για τη δολοφονία των 820 χιλιάδων ανθρώπων στο Μάιντανεκ!
Αντίθετα για τον μάρτυρα υπεράσπισης στην ίδια δίκη, που ως μέλος των Ες-Ες πήρε μέρος στο «πανηγύρι της σοδειάς», όπως ονομάστηκε η εκτέλεση δεκαεφτά χιλιάδων Εβραίων σε μια και μοναδική ημέρα, δεν τέθηκε καν θέμα ψευδομαρτυρίας όταν δήλωσε στο δικαστήριο: «από τα γεγονότα της ημέρας αυτής δεν έμεινε τίποτε στη μνήμη μου».
Αποζημίωση
Οι αποζημιώσεις για τους κρατούμενους στα στρατόπεδα συγκέντρωσης προκαλούσαν πάντα το φθόνο, όπως πρόσφατα το φθόνο προκάλεσε και η απόφαση για αποζημίωση των αλλοδαπών σκλάβων-εργατών στη βιομηχανία του Γ’ Ράιχ. Είναι αλήθεια ότι οι κρατούμενοι των στρατοπέδων συγκέντρωσης που επέζησαν απέκτησαν στη μεταπολεμική Γερμανία το δικαίωμα αποζημίωσης για τα χρόνια που πέρασαν στα στρατόπεδα: δύο έως τρία μάρκα για κάθε μέρα κράτησης. Δηλαδή έξι χρόνια Άουσβιτς, Νταχάου, Μπέργκεν-Μπέλσεν, Μαουτχάουζεν, Μπούχενβαλντ «αποζημιώθηκαν» με περίπου πέντε χιλιάδες μάρκα. Αυτά τα ποσά ήταν που προκαλούσαν και προκαλούν το φθόνο.
Αντίθετα δεν αμφισβητήθηκε ποτέ και δεν προκάλεσε το φθόνο ένα άλλο γεγονός: ότι τα μέλη της φασιστικής Λεγεώνας Κόντορ, που μέσα σε λίγες ώρες κατέστρεψαν τη Γκουέρνικα και εξόντωσαν τον πληθυσμό της (ήταν η πρώτη στην ιστορία αεροπορική επίθεση ενάντια σε άμαχο πληθυσμό), απέκτησαν το δικαίωμα πολεμικής σύνταξης, και ανάλογα δικαιώματα σύνταξης και επιδομάτων προσφέρθηκαν στις οικογένειες των νεκρών πολεμιστών της φασιστικής λεγεώνας, ως «θύματα πολέμου». Περιττό να ειπωθεί, ότι αντίστοιχα δικαιώματα δεν απέκτησαν ποτέ τα μέλη των διεθνών ταξιαρχιών που στις ίδιες μάχες βρισκόταν από την πλευρά των υπερασπιστών της δημοκρατικής Ισπανίας και της Γκουέρνικα.
Προφανώς η χορήγηση και το ύψος των συντάξεων σε όλες τις περιπτώσεις εκτιμήθηκε με βάση την αξία της υπηρεσίας που προσφέρθηκε στο κοινωνικό σύνολο στη διάρκεια του πολέμου: έτσι, στη Λίνα Χάιντριχ, τη χήρα του «δήμιου της Πράγας» υπαρχηγού των Ες-Ες Ράινχαρτ Χάιντριχ, με απόφαση δικαστηρίου το 1956 χορηγήθηκε σύνταξη χήρας υφυπουργού εν ενεργεία.
Δίδαγμα
Πριν από περίπου ένα χρόνο συζητούσαμε με τον Βόλφγκανγκ Γκέρκε και άλλους συντρόφους και συντρόφισσες του PDS για την ανάγκη να αναδειχτεί από την ευρωπαϊκή Αριστερά η 60η επέτειος της αντιφασιστικής νίκης σε σύμβολο των αγώνων της για μια καλύτερη κοινωνία. «Οι εκδηλώσεις μας θα πρέπει να είναι εκατοντάδες», λέγαμε, «και να αναφέρονται στα γεγονότα, στους ανθρώπους που συμμετείχαν σ’ αυτά, στους νεκρούς μας και στις παρακαταθήκες που μας άφησαν, στην έλλειψη δικαίωσής τους και στους λόγους αυτής της ιστορικής αδικίας».
Όμως η πολιτική συγκυρία μας απορρόφησε, με αποτέλεσμα οι σχετικές εκδηλώσεις μας να είναι ελάχιστες (στην Ευρώπη) έως ανύπαρκτες (στην Ελλάδα). Αποτελεί δείκτη πολιτικής αδυναμίας το γεγονός ότι παρακολουθήσαμε τις επίσημες εκδηλώσεις μόνον ως τηλεθεατές και ότι δεν σφραγίσαμε την επέτειο με τη δική μας δραστηριότητα και τη δική μας οπτική των νόμιμων, αν και όχι μοναδικών, κληρονόμων. Αποδεικνύεται όμως έτσι ότι αποτελεί πλέον «δομικό» στοιχείο της ανανεωτικής μας Αριστεράς η αδυναμία - ή η απροθυμία- να εντάξει την ιστορία των κατορθωμάτων της στην πολιτική της δραστηριότητα –αντίθετα με αυτό που συμβαίνει με την ιστορία των σφαλμάτων της, όπου, άλλωστε, η συνδρομή των αντιπάλων είναι γενναιόδωρη. Οι σχετικές με τα θέματα αυτά επιστημονικές εκδηλώσεις, στις οποίες συμμετέχουν μέλη της, δεν μπορούν σε καμιά περίπτωση να αντισταθμίσουν τις αρνητικές επιπτώσεις που έχει η παραπάνω αδυναμία της στην εικόνα των ανθρώπων για την Αριστερά και, ακόμη, στην εικόνα που έχουν οι αριστεροί για τον εαυτό τους.
«Γιατί χρειαζόμαστε ιστορική μνήμη;» ήταν το θέμα μιας από τις πιο πετυχημένες εκδηλώσεις που έκανε η Εταιρεία Πολιτικού Προβληματισμού «Νίκος Πουλαντζάς» στη Θεσσαλονίκη πριν από έξι χρόνια με την συμμετοχή του Φίλιππου Ηλιού, του γερμανού ερευνητή των εγκλημάτων της Βέρμαχτ Χάννες Χέερ και της Οντέτ Βαρών-Βασάρ. Η εκδήλωση εκείνη έδειξε ότι η Αριστερά υπάρχει στην ιστορία, με τα επιτεύγματά της και με τα λάθη της, αλλά υπάρχει, ευτυχώς, και στους σοβαρούς και έγκυρους προβληματισμούς για τη χρήση και την κατάχρηση της ιστορίας. Το ζήτημα είναι να μην επικρατήσουν στη διαμόρφωση της πολιτικής της οι αμνήμονες, οι περιφρονητές και οι καταχραστές της ιστορίας (της) –που υπάρχουν, προφανώς, και στις δικές της γραμμές.
(Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Κυριακάτικη Αυγή, στις 15.5.2005. Εμπεριέχεται στο βιβλίο Γιώργος Τσιάκαλος, Απέναντι στα Εργαστήρια του Ρατσισμού, τυπωθήτω - αντιρρήσεις, Αθήνα 2006, σελ. 21-25)



Γιώργος Τσιάκαλος
Ιστορική λεπτομέρεια και τελευταία μάχη
 
Κρανία εβραιο-μπολσεβίκων κομισάριων
«Υπάρχουν συλλογές κρανίων σχεδόν απ’ όλες τις φυλές και όλους τους λαούς. Μόνο από τους Εβραίους τα κρανία που έχουμε είναι τόσο λίγα, ώστε η επεξεργασία τους δεν επιτρέπει ασφαλή επιστημονικά αποτελέσματα. Όμως σήμερα ο πόλεμος στην Ανατολική Ευρώπη προσφέρει την ευκαιρία να καλυφθούν αυτές οι ελλείψεις. Με την περίπτωση των εβραιο-μπολσεβίκων κομισάριων, που ενσαρκώνουν έναν απαίσιο, αλλά χαρακτηριστικό τύπο υπανθρώπου, έχουμε τη δυνατότητα, εξασφαλίζοντας τα κρανία τους, να αποκτήσουμε ένα απτό επιστημονικό τεκμήριο».

Με τα παραπάνω λόγια αρχίζει η έκθεση του Άουγκουστ Χιρτ, καθηγητή πανεπιστημίου, που γράφεται για τον Χίμλερ, αρχηγό των Ες-Ες, στις 9 Φεβρουαρίου 1942, και αποσκοπεί στην καλύτερη οργάνωση της απόκτησης σκελετών και κρανίων για τη δημιουργία σχετικής συλλογής στο νέο Πανεπιστήμιο του Ράιχ στο Στρασβούργο. Στη συνέχεια ακολουθεί μια λεπτομερής περιγραφή των μεθόδων και των τεχνικών που πρέπει να ακολουθηθούν από τις διάφορες υπηρεσίες του στρατού και της αστυνομίας, ώστε να εξασφαλιστεί το «υλικό», και καταλήγει:
«Ο επιτετραμμένος με την εξασφάλιση του υλικού (ένας νεαρός στρατιωτικός ιατρός ή ιατρός της αστυνομίας ή φοιτητής της Ιατρικής που υπηρετεί στο στρατό), στον οποίον διατίθεται αυτοκίνητο με οδηγό, πρέπει να βγάλει φωτογραφίες, να πραγματοποιήσει μια σειρά καθορισμένων ανθρωπολογικών μετρήσεων και να καταγράψει, στο βαθμό που είναι δυνατόν, την καταγωγή, την ημερομηνία γέννησης και άλλα προσωπικά δεδομένα. Ακολουθεί η θανάτωση του Εβραίου, κατά την οποία δεν επιτρέπεται να τραυματιστεί το κεφάλι, και κατόπιν ο επιτετραμμένος αποχωρίζει το κεφάλι από το σώμα, το τοποθετεί σε ειδικά για το σκοπό αυτό κατασκευασμένο μεταλλικό δοχείο που κλείνει πολύ καλά και εμπεριέχει συντηρητικό υγρό, και το αποστέλλει στον τόπο προορισμού».
Από τα παραπάνω διαπιστώνουμε ότι η ναζιστική «επιστήμη» φρόντιζε να τηρούνται όλες οι προδιαγραφές που απαιτούνται σε «επιστημονικά» πειράματα, ώστε οι δημοσιεύσεις που θα ακολουθούσαν να μην μπορούν να αμφισβητηθούν στο πεδίο της μεθοδολογίας. Γι’ αυτό οι ναζιστές καθηγητές πανεπιστημίου ήταν μεθοδικοί και στη συνεργασία τους με το βοηθητικό προσωπικό τους. Μιλώντας στον ανακριτή για την υπόθεση αυτή ο διοικητής του στρατοπέδου συγκέντρωσης του Νέτσβαϊλερ, Γιόζεφ Κράμερ, διηγείται πώς ακολούθησε τις οδηγίες, που του δόθηκαν προσωπικά από τον Χιρτ:
«Είπα στις γυναίκες, ότι έπρεπε να πάνε στο χώρο απολύμανσης. Όμως δεν τις είπα, ότι θα δηλητηριαστούν. Με τη βοήθεια κάποιων ανδρών των Ες-Ες τις ξέντυσα, κι ολόγυμνες τις έσπρωξα στο θάλαμο αερίων. Όταν έκλεισαν οι πόρτες άρχισαν να ουρλιάζουν. Αφού έκλεισαν οι πόρτες διοχέτευσα από το σωλήνα, που ήταν προσαρμοσμένος επάνω δεξιά στο φεγγίτη, μια ποσότητα από τα άλατα (που του είχε δώσει ο Χιρτ). (...) Είδα ότι οι γυναίκες ανέπνεαν περίπου μισό λεπτό ακόμη, πριν σωριαστούν στο έδαφος (...) Την άλλη μέρα το πρωί είπα στους νοσηλευτές των Ες-Ες να μεταφέρουν τα πτώματα στο Ινστιτούτο Ανατομίας, όπως μου είχε ζητήσει ο καθηγητής κ. Χιρτ. Μερικές ημέρες αργότερα μετέφερα πάλι κάτω από τις ίδιες συνθήκες έναν αριθμό γυναικών στο θάλαμο αερίων, όπου δηλητηριάστηκαν με τον ίδιο τρόπο. Μερικές ημέρες αργότερα ξαναπήγα στο θάλαμο αερίων κα αυτό επαναλήφθηκε δυο-τρεις φορές.»

Στο πρακτικό της ανάκρισης διαβάζουμε λίγο αργότερα για την προσήλωση του Κράμερ στη μεθοδολογία τα παρακάτω.
«Ανακριτής: Μιλήσατε για τις συνθήκες , στις οποίες σκοτώσατε τις κρατούμενες διοχετεύοντας αέριο. Εάν διαπιστώνατε ότι δεν έχουν πεθάνει από το αέριο, θα τις σκοτώνατε με μια σφαίρα;
Απάντηση: Θα προσπαθούσα να τις σκοτώσω οδηγώντας τες σε ασφυξία, με το να διοχετεύσω στο θάλαμο μια δεύτερη δόση αερίου. Διότι όπως σας έχω πει, είχα εντολή να τις θανατώσω με αυτόν τον τρόπο».
Χαρακτηριστική και διδακτική, ίσως και για σήμερα, είναι η τελευταία φράση του Γιόζεφ Κράμερ στην παραπάνω ανακριτική διαδικασία: «Παρεμπιπτόντως, έτσι έχω διαπαιδαγωγηθεί».

Έτσι, έχοντας αυτή τη διαπαιδαγώγηση και αυτή την άποψη περί επιστήμης, οι Ναζί «επιστήμονες» δημιούργησαν τη συλλογή κρανίων με σκοπό να επιδεικνύουν αργότερα στο μουσείο μια «φυλή», της οποίας είχαν προγραμματίσει την εξόντωση και τον αφανισμό: «τη φυλή του εβραιο-μπολσεβίκου υπανθρώπου». Όμως, μαζί με τον Χιρτ, που μετά τον πόλεμο κατάφερε να εξαφανιστεί και δεν βρέθηκε ποτέ, εξαφανίστηκε και το «μεγάλο επίτευγμα» της ρατσιστικής ανθρωπολογίας, η συλλογή σκελετών και κρανίων, και οι απολογητές του ναζισμού σήμερα, αφού δεν επεκράτησαν τότε για να επιδεικνύουν σήμερα τις μακάβριες συλλογές τους, προτιμούν να ισχυρίζονται ότι τίποτε από τα παραπάνω δεν έχει υπάρξει. Είναι, δήθεν, «μύθος και προπαγάνδα» όλα -και ο Χιρτ, και ο Κράμερ, και το στρατόπεδο συγκέντρωσης του Νέτσβαϊλερ με τους θαλάμους αερίων όπου μαρτύρησε το «υλικό» του Χιρτ, και το Άουσβιτς, και οι δεκάδες χιλιάδες Εβραίοι της πόλης μου, της Θεσσαλονίκης, που έφυγαν για τα στρατόπεδα και δε γύρισαν ποτέ. Όλα είναι, δήθεν, «μύθος και προπαγάνδα της φυλής των υπανθρώπων, των Εβραίων και των μπολσεβίκων». «Μύθος και προπαγάνδα» που αποσκοπούν, δήθεν, στην επικράτηση της πολυπολιτισμικότητας και της πολυφυλετικότητας στον κόσμο. Και εάν αποδεικνύεται περίτρανα ότι δεν είναι μύθος, τότε είναι «μια ιστορική λεπτομέρεια», όπως με απέραντο κυνισμό χαρακτήρισε την εξόντωση εκατομμυρίων Εβραίων, Τσιγγάνων, κομμουνιστών, ομοφυλοφίλων και άλλων «υπανθρώπων» ο φασίστας Λεπέν (ΑΥΓΗ, 13 Ιανουαρίου 2005).

Η τελευταία μάχη
Παρακολουθώντας πολλά γεγονότα τον τελευταίο καιρό αισθάνομαι το φόβο ότι οι άνθρωποι στη χώρα μας δεν γνωρίζουν σχεδόν τίποτε γι’ αυτά τα εγκλήματα και για το είδος της διαπαιδαγώγησης των ανθρώπων που τα διέπραξαν –και δικαιώνουν έτσι άθελά τους τις ελπίδες του Λεπέν, ότι τα φασιστικά εγκλήματα , με τη συστηματική και επίμονη δουλειά των φασιστών, μπορούν τελικά να μετατραπούν στη μνήμη των ανθρώπων από ιστορικό σοκ σε ασήμαντη ιστορική λεπτομέρεια. Γεγονός, που αν συνέβαινε, θα είχε τεράστια σημασία για την εξέλιξη του ανθρώπινου πολιτισμού και την πορεία της ανθρωπότητας, γιατί θα σηματοδοτούσε την, πρόσκαιρη έστω, ήττα των ανθρώπινων αξιών και τη νίκη της βαρβαρότητας.

Στο παραπάνω πλαίσιο με εντυπωσιάζουν κάποιες λεπτομέρειες της καθημερινής μας πνευματικής ζωής, που περνούν ασχολίαστες, ακόμη και σε μια περίοδο που συζητούμε εάν πράγματι υπάρχει στην Ελλάδα αντισημιτισμός, ή, αντίθετα, ο σχετικός ισχυρισμός αποτελεί απλώς επινόηση του Στέητ Ντηπάρτμεντ και διάφορων «ανθελληνικών κύκλων». Τέτοιο είναι για μένα το γεγονός ότι στον κατάλογο των πρώτων σε πωλήσεις βιβλίων, που δημοσιεύεται σε μια από τις σοβαρότερες κυριακάτικες εφημερίδες, φιγουράρει εδώ και μερικές εβδομάδες το βιβλίο «Η δίκη ης Νυρεμβέργης -Ή τελευταία μάχη», του απολογητή του Χίτλερ Ντέιβιντ Ίρβινγκ.
Πρόκειται για βιβλίο με πολλούς, πράγματι, θαυμαστές στον χώρο της παγκόσμιας ακροδεξιάς και με φανατικούς οπαδούς στο χώρο των παλαιών και νέων ναζιστών. Η συγγραφή και έκδοσή του κινείται στο πλαίσιο που υιοθέτησε και ακολουθεί συστηματικά εδώ και δεκαετίες η φασιστική ακροδεξιά και συνίσταται στην προσπάθεια να συκοφαντηθούν ως αναξιόπιστες οι μαρτυρίες που πιστοποιούν τα εγκλήματα. Στο πλαίσιο αυτό η υπεράσπιση στις δίκες των ναζιστών εγκληματιών συχνά κατηγορούσε τους μάρτυρες κατηγορίας ως συνεργάτες των χιτλερικών αρχών επειδή, κατ’ εξαίρεση, κατάφεραν να επιζήσουν! Οι απολογητές του ναζισμού ασχολούνται με τις τεχνικές που χρησιμοποιήθηκαν στη μαζική εξόντωση, για να αμφισβητήσουν στη συνέχεια –για τεχνικούς λόγους!- των αριθμό των δολοφονημένων. Ζητούν πιστοποιητικά θανάτου, στα οποία επίσημα πρέπει να πιστοποιείται ο θάνατος από την εισπνοή του συγκεκριμένου αερίου, αλλιώς καταγράφεται γι’ αυτούς ως θάνατος από φυσικά αίτια. Αμφισβητούν έγγραφα διαταγών ως παράλογα, θαρρείς και η ναζιστική θηριωδία μπορεί να μετρηθεί με τη λογική των κανονικών ανθρώπων. Αρνούνται τη νομιμότητα των δικαστηρίων που δίκασαν τους εγκληματίες, και ως απότοκο αυτής της άρνησης, όχι μόνον αρνούνται την ενοχή των συγκεκριμένων εγκληματιών, αλλά και την ύπαρξη εγκλήματος –δηλαδή αρνούνται και την ύπαρξη θυμάτων.

Βεβαίως ο απλός λογικός άνθρωπος ρωτάει: «Αν έτσι είναι τα πράγματα, τότε τι έγιναν όλα αυτά τα εκατομμύρια ανθρώπων που ζούσαν στην Ανατολική Ευρώπη ή οι δεκάδες χιλιάδες που ζούσαν στη δική μου πόλη τη Θεσσαλονίκη;» «Καπνός, που βγήκε από τις καμινάδες των κρεματορίων» είναι η απάντηση. Αλλά για να θέσει κανείς αυτή την ερώτηση και να δώσει τη μοναδική λογική και αληθινή απάντηση προφανώς χρειάζεται να ασχοληθεί με το θέμα, και όχι να το θεωρήσει ως κάτι που δεν τον αφορά. Το τελευταίο όμως φαίνεται να συμβαίνει ακόμη και στους κύκλους αυτών που με τη δική τους θέληση αποδέχτηκαν και διαχειρίζονται την πολιτική κληρονομιά εκείνων των «εβραιο-μπολσεβίκων κομισάριων», δηλαδή των αγωνιστών της αντιφασιστικής αντίστασης, που θανατώθηκαν στα εργαστήρια της ναζιστικής «επιστήμης».

Το διαφημιστικό φυλλάδιο του εκδοτικού οίκου που εξέδωσε το βιβλίο του Ίρβινγκ αναφέρεται σε τευτονικούς μύθους στους οποίους οι σκοτωμένοι στρατιώτες μιας μάχης με τους Μογγόλους συνεχίζουν ως φαντάσματα να μάχονται στα σύννεφα για άλλες τρεις ημέρες για να καταλήξει: «Το ίδιο συνέβη στη Νυρεμβέργη από το 1945 μέχρι το 1946. (...) τα φαντάσματα συνέχιζαν τις συγκρούσεις για δεκαέξι επιπλέον μήνες. Αλλά ο παραλληλισμός τελειώνει εδώ. Οι στρατιές δεν ήταν ισοδύναμες. Η μία πλευρά αφοπλίστηκε και της απέμειναν λίγοι φίλοι».
Με τον παραπάνω τρόπο η δίκη της Νυρεμβέργης καταγράφεται ως η τελευταία μάχη του αντιφασιστικού πολέμου. Η τοποθέτηση αυτή του Ίρβινγκ κάνει τα πράγματα απλά, ακόμη και για όσους δυσκολεύονται να καταλάβουν και να πάρουν θέση απέναντι στα κατασκευάσματα των αρνητών των φασιστικών εγκλημάτων, αφού σημαίνει ότι η συζήτηση αυτή δεν έχει σχέση με ιστορική αλήθεια, αλλά αποτελεί συνέχιση του ναζιστικού πολέμου, τώρα πια στο πεδίο της ηθικής.

Μνήμη
Στην ερώτηση εάν επιτρέπεται να κυκλοφορούν νεοναζιστικά βιβλία που προσβάλουν τη μνήμη των θυμάτων –ερώτηση που φαίνεται να μονοπωλεί το ενδιαφέρον στη δική μας χώρα- συνηθίζω να δίνω μια πολύ προσωπική απάντηση: μόνο τότε έχω το ηθικό δικαίωμα να «υπερασπίζω» το δικαίωμα των νεοναζιστών στη διάδοση του ψεύδους τους, όταν ο ίδιος κάνω τα πάντα για να υπερασπιστώ και να διαδώσω την αλήθεια. Την αλήθεια για τον πόνο των θυμάτων και των συγγενών τους, για την οριστική εξαφάνιση θαυμάσιων πολιτισμών, για τη μετατροπή εκατομμυρίων ανθρώπων σε κτήνη –εννοώ και τους θύτες!-, για το θάνατο δεκάδων εκατομμυρίων ανθρώπων ως αποτέλεσμα του πολέμου. Όποιος δεν το κάνει αυτό και εξαντλεί τη δημοκρατική του ευαισθησία στην υπεράσπιση της ελεύθερης διακίνησης των νεοναζιστικών ιδεών, ηθελημένα ή άθελα, εναποθέτει τη διαπαιδαγώγηση της νέας γενιάς στα χέρια εκείνων που μετέτρεψαν το φτωχό λογιστή Γιόζεφ Κράμερ στον εγκληματία πολέμου Γιόζεφ Κράμερ. Αυτή είναι η σημασία της μνήμης, λίγες μέρες πριν από την εξηκοστή επέτειο της απελευθέρωσης του Άουσβιτς.

(Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Κυριακάτικη Αυγή, στις 16.1.2005. Εμπεριέχεται στο βιβλίο Γιώργος Τσιάκαλος, Απέναντι στα Εργαστήρια του Ρατσισμού, τυπωθήτω - αντιρρήσεις, Αθήνα 2006, σελ. 26-30)



Γιώργος Τσιάκαλος

Μνήμη και γνώση του Ολοκαυτώματος

Ανθρωπιά και υποκρισία
Συμμετείχα την Πέμπτη το μεσημέρι στην εκδήλωση μνήμης που έγινε στο Μνημείο Εβραίων Μαρτύρων με αφορμή την εξηκοστή επέτειο της απελευθέρωσης του Άουσβιτς από τον Κόκκινο Στρατό. Πολύς ο κόσμος αυτή τη φορά και πρωτοφανής ο αριθμός των οργανώσεων που συμμετείχαν στην εκδήλωση και κατέθεσαν στεφάνι. Μόνον ο αριθμός εκείνων που μαρτύρησαν τότε στα στρατόπεδα του θανάτου και κατόρθωσαν να επιβιώσουν στον όλεθρο γίνεται χρόνο με το χρόνο απελπιστικά μικρός και μας υπενθυμίζει την απόστασή μας από το Άουσβιτς, που μετριέται πια με τη διάρκεια μιας ολόκληρης ανθρώπινης ζωής.
Το φάσμα των ανθρώπων, που ήλθαν για να δείξουν ότι δεν ξεχνούν, προξενεί κάποια παράξενα συναισθήματα και αντίστοιχα ερωτήματα: Όλοι αυτοί, που βρίσκονται εδώ, «θυμούνται» και τιμούν τα ίδια πράγματα; Πονούν με τον ίδιο τρόπο; Βγάζουν τα ίδια διδάγματα; Μάχονται από την ίδια πλευρά στον αγώνα κατά των συνθηκών και των ιδεολογιών που τότε ανέδειξαν το ρατσισμό σε κυβερνητικό δόγμα; Τα ερωτήματα αυτά, δυστυχώς, απαντιούνται εύκολα με ένα δυνατό «όχι», καθώς γνωρίζουμε καλά το βίο και την πολιτεία κάποιων προσώπων. Κι όμως, η παρουσία στην εκδήλωση ακόμη και αυτών των προσώπων πρέπει να αξιολογείται ως νίκη των ιδανικών της ανθρωπιάς. Διότι η υποκριτική υιοθέτηση των δικών μας αξιών αποτελεί δείκτη της ζωντάνιας και της δύναμης τους στην κοινωνία, αφού μόνο σ’ αυτή τη δύναμη και τη ζωντάνια υποκλίνονται οι υποκριτές προσπαθώντας να αντλήσουν κέρδος.

Θεωρώ επίσης αποτέλεσμα αυτής της ζωντάνιας την ανταπόκριση που βρήκε και τη διάδοση που είχε το τελευταίο μου άρθρο στην ΑΥΓΗ για τους αρνητές των ναζιστικών εγκλημάτων («Ιστορική λεπτομέρεια και τελευταία μάχη», 16 Ιανουαρίου 2005). Γι’ αυτό αισθάνομαι την υποχρέωση να αναφερθώ σήμερα σε κάποια από τα κείμενα που έλαβα και να απαντήσω σε κάποια από τα ερωτήματα που δέχτηκα.
Οι αριθμοί και τα ονόματα
«Το θέμα τούτο με απασχόλησε και μένα για πολλά χρόνια. Επί πολλά χρόνια συγκεντρώνω στοιχεία για το τραγικό αυτό επεισόδιο. (…) Μετά την απελευθέρωση του Στρασβούργου από τα Συμμαχικά Στρατεύματα, όπως γνωρίζουμε, ανακαλύφθηκαν στα υπόγεια του Ανατομείου του Πανεπιστημίου του Στρασβούργου, μέσα σε μεγάλα δοχεία με συντηρητικό υγρό πολλά τεμάχια των πτωμάτων, ως και πτώματα σχεδόν πλήρη. Αυτά είχαν παραδοθεί στον Καθηγητή (sic) Άοuγκουστ Xιρτ , πρώην Ελβετού υπηκόου, Γερμανικής καταγωγής, ο οποίος επέστρεψε στο Γ! Ράιχ και κατατάχθηκε στις δυνάμεις των SS. Αυτός τοποθέτησε τα πτώματα στο υπόγειο, αφού πολλά τα τεμάχισε, μέσα στα μεγάλα δοχεία, αναμένοντας τα ειδικά μηχανήματα αποφλοίωσης του κρέατος, που είχε παραγγείλει από ένα ειδικό εργοστάσιο της Γερμανίας.»

Αυτές τις φοβερές λεπτομέρειες γράφει σ’ ένα από τα πιο συγκινητικά και συγκλονιστικά μηνύματα, που πήρα, ένας από τους λίγους Θεσσαλονικείς επιζώντες του Άουσβιτς, συμπληρώνοντας τις δικές μου πληροφορίες για τις συλλογές κρανίων του Πανεπιστημίου του Ράιχ στο Στρασβούργο. Ο ίδιος, σε ηλικία 16 ετών, μετρήθηκε και φωτογραφήθηκε από τους ναζιστές ανθρωπολόγους, που αναζητούσαν στα στρατόπεδα συγκέντρωσης «τυπικές περιπτώσεις υπανθρώπων». Ευτυχώς δεν πληρούσε τις προδιαγραφές της ρατσιστικής ανθρωπολογίας, δεν επελέγη και γλίτωσε. Αλλά γι’ αυτόν ο εφιάλτης δεν έγινε ποτέ μια «ιστορική λεπτομέρεια», όπως θα ήθελε ο φασίστας Λεπέν. Έζησε όλα τα επόμενα χρόνια με την αίσθηση ενός απαράγραπτου χρέους: να δώσει ξανά πρόσωπο σ’ εκείνους, που σύμφωνα με τη βούληση των ναζί δεν έπρεπε να είναι τίποτε περισσότερο από «ένα κρανίο τυπικού υπανθρώπου» σε μια μακάβρια συλλογή, ή, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς των σύγχρονων απολογητών του φασισμού, δεν είναι τίποτε περισσότερο από μια επινόηση των αντιρατσιστών, ένας σιωνιστικός μύθος, σκιές ανθρώπων που δεν έχουν υπάρξει ποτέ. Γι’ αυτό θεώρησε υποχρέωσή του να μας δώσει την παρακάτω σημαντική πληροφορία:
«Πιστεύω ότι ίσως θα σας ήταν χρήσιμες και οι παρακάτω πληροφορίες, σχετικά με την καταγωγή και τα ονόματα των ανθρώπων που δολοφονήθηκαν με μεγάλο κυνισμό και τρομακτική αγριότητα. Όμως, τα των θυμάτων, και η καταγωγή των δεν ήσαν γνωστά» μέχρι πρόσφατα που δημοσιεύτηκαν τα αποτελέσματα της πολυετούς αρχειακής έρευνας του Γιόαχιμ Λανγκ, «από τα οποία προκύπτουν πολλές πρόσθετες λεπτομέρειες και στοιχεία, όπως το γεγονός ότι μέσα στην ομάδα των 86 ομήρων που επιλέχθηκαν το έτος 1943, και εξοντώθηκαν με αέρια στον στρατόπεδο Natzweiler, υπήρξε και ένας μεγάλος αριθμός, 19 γυναίκες και 26 άνδρες, Έλληνες Εβραίοι, άμοιρα μέλη της Ισραηλιτικής Κοινότητας Θεσσαλονίκης. Μέχρι πολύ πρόσφατα τα ονόματα των ήσαν άγνωστα, και η φρικτή ιστορία των ήταν σχεδόν χαμένη κάτω από το πέπλο της τότε επιχείρησης Nacht und Nebel (Νύχτα και Ομίχλη)! Τώρα όμως βρέθηκαν και τεκμηριώθηκαν. (…) με βάση τους αριθμούς που έφεραν στον αριστερό βραχίονα όσοι επιλέγονταν να εργαστούν ως σκλάβοι στο στρατόπεδο Άουσβιτς- Μπίρκεναου. Σήμερα, γνωρίζουμε τεκμηριωμένα τα ονόματα των 45 μελών της Κοινότητάς μας, ανδρών και γυναικών, και την φοβερή των μοίρα.».

Συγκλονίζει η διαπίστωση ότι η απαξιωτική πράξη της μετατροπής των ανθρώπων σ’ έναν αριθμό, που με ανεξίτηλο τατουάζ χαρακώνονταν στη σάρκα τους, ήταν αυτή που τελικά έδωσε τη δυνατότητα να αποκτήσουν πάλι πρόσωπο και ταυτότητα τα θύματα της βάρβαρης θηριωδίας. Και να βρουν έτσι λίγη γαλήνη, έστω στα γεράματά τους, όσοι και όσες, μπροστά στα εκατομμύρια δολοφονημένων «συντρόφων στον πόνο», δεν μπόρεσαν ποτέ να νοιώσουν ούτε την ελάχιστη χαρά για τη δική τους διάσωση.

Η αυτοκτονία
Μεγάλωσε ως νεαρός πολιτικός πρόσφυγας σε μια πολωνική πόλη κοντά στο στρατόπεδο εργασίας Rogoznica (Γκρος Ρόζεν στα γερμανικά) και άκουσε πολλές ιστορίες από τους μεγαλύτερους για την κατάσταση που επικρατούσε εκεί και σε άλλα στρατόπεδα. Η ιστορία που αποτυπώθηκε περισσότερο στη μνήμη του, και θέλησε να την κάνει γνωστή και σ’ εμένα, ήταν το γεγονός της ομαδικής αυτοκτονίας μιας μεγάλης ομάδας Τσιγγάνων –που επέλεξαν τον τρόπο αυτό ως μέσο λύτρωσης από τα βάσανα, τα οποία οι σύγχρονοι απολογητές του φασισμού συχνά χαρακτηρίζουν ως «συνήθεις συνθήκες σε εποχή πολέμου». (Ας σημειωθεί ότι το Γκρος Ρόζεν ήταν στρατόπεδο εργασίας και όχι θανάτου, δηλαδή δεν είχε θαλάμους αερίων, και στην αρχή αποτελούσε τμήμα της επιχείρησης «Γερμανικά Λατομεία» που ανήκε στα Ες-Ες.). Αναρωτήθηκε λοιπόν πολλές φορές αν η αυτοκτονία ή η εξέγερση αποτελούσαν στρατηγική διαφυγής, κι αν όχι γιατί.
Η ερώτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση ήταν αθώα και εξέφραζε απορία και θαυμασμό για τις αντοχές των ανθρώπων. Όμως, η ίδια ερώτηση εμφανίζεται συχνά και στην επιχειρηματολογία των απολογητών του φασισμού, όπου αποτελεί ρητορικό στοιχείο χειραγώγησης. Το δικό τους ερώτημα υπονοεί είτε ότι οι συνθήκες δεν ήταν τόσο δυσμενείς όσο λέγεται είτε ότι επιβεβαιώνεται η άποψη των ρατσιστών ανθρωπολόγων, σύμφωνα με την οποία κύριο γνώρισμα της φύσης των Εβραίων αποτελεί, δήθεν, η εγωιστική και «παρασιτική» προσαρμοστικότητά τους σε οποιεσδήποτε συνθήκες, ακόμη και σ’ αυτές που χαρακτηρίζονται από το μαζικό θάνατο συγγενών προσώπων.
Βεβαίως πρόκειται για κυνικά σοφίσματα, που απαντιούνται εύκολα με την απλή υπενθύμιση ότι η μάχη για την επιβίωση αποτελεί χαρακτηριστικό όλων των ανθρώπων, και ότι είμαστε ευτυχισμένοι για το γεγονός ότι πολλοί άνθρωποι στα στρατόπεδα εργασίας και στα στρατόπεδα θανάτου βγήκαν νικητές από αυτή τη μάχη –αν και ισόβια λαβωμένοι. Μόνο που η αλήθεια είναι ότι η αυτοκτονία αποτελούσε μέρος της καθημερινότητας στα στρατόπεδα.
Στο Ντοκουμέντο F 321, στο οποίο καταγράφτηκαν αμέσως μετά την απελευθέρωση επώνυμες μαρτυρίες Γάλλων κρατουμένων, διαβάζουμε:
«Με αυτή τη μεταχείριση περνάει από το μυαλό του ανθρώπου ότι ένας γρήγορος θάνατος αποτελεί λύτρωση. Γι αυτό οι αυτοκτονίες ήταν τόσο συχνές».
«Για να δώσουν τέλος στα βάσανά τους παρά πολλοί κρατούμενοι έδιναν τέλος στη ζωή τους πέφτοντας ομαδικά σε βάθος 120 έως 200 μέτρων στο λατομείο».
«Πολλοί τρελαίνονταν όταν πληροφορούνταν ότι κάηκαν τα παιδιά τους στα κρεματόρια. Έπεφταν στα ηλεκτροφόρα συρματοπλέγματα και πέθαιναν»
«Συχνά από απελπισία σκεφτόμουν να κρεμαστώ. Όμως ο σύντροφός μου με συμβούλευε να μην είμαι δειλός και να μην το κάνω. Ενστερνίστηκα τη συμβουλή του και σήμερα θεωρώ θαύμα το γεγονός ότι ζω».

Αυτή ήταν η πραγματικότητα και ίσχυε για όλους τους κρατούμενους –με διαβαθμίσεις από στρατόπεδο σε στρατόπεδο και από ομάδα σε ομάδα, αλλά πάντοτε διαβαθμίσεις στο πλαίσιο της απόλυτης απανθρωπιάς.

«Εκπαίδευση μετά το Άουσβιτς»
Η πραγματικότητα των ναζιστικών στρατοπέδων αποδεικνύεται ασύλληπτη για τον ανθρώπινο νου και δεν μπορεί να αποδοθεί με λόγια παρά μόνο με εικόνα, μας υπενθύμισε πριν δυο μέρες στην ΑΥΓΗ η Μπέτυ Βακαλοπούλου, που βίωσε προσωπικά αυτές τις «αποκρουστικές τερατογενέσεις διεστραμμένου συλλογικού νου». Μπορεί, όμως μια τέτοια «ασύλληπτη πραγματικότητα» να αποτελέσει μάθημα στο σχολείο; Το ερώτημα αυτό τέθηκε από μαθητές και μαθήτριες σε εκδήλωση για την εξηκοστή επέτειο της απελευθέρωσης του Άουσβιτς και, ίσως, είναι ένα από τα σημαντικότερα πολιτικά και παιδαγωγικά προβλήματα που θα μας απασχολήσουν στο άμεσο μέλλον, καθώς η Ελλάδα προσχώρησε επίσημα στη σχετική προσπάθεια που γίνεται ήδη από άλλες χώρες.

Πριν από πολλά χρόνια ο Αντόρνο είχε διατυπώσει την άποψη ότι η εκπαίδευση μετά το Άουσβιτς δεν μπορεί να είναι ίδια με αυτήν που προηγήθηκε του Άουσβιτς. Το τεράστιο έγκλημα σε συνδυασμό με το αίτημα «ποτέ πια!» υποχρεώνει σε ριζικές αλλαγές –που, όμως, ποτέ δεν έγιναν. Γι’ αυτό το λόγο η άποψη ότι η εισαγωγή ενός μαθήματος για την ιστορία του ολοκαυτώματος μπορεί να αρκεί για να επιτευχθεί ο παραπάνω στόχος, ίσως εγκυμονεί περισσότερους κινδύνους από υποσχέσεις. Στην Παιδαγωγική γνωρίζουμε ότι, πέραν από τις καλές προθέσεις στο σχολείο, είναι απαραίτητες και οι σωστές μετατροπές των προθέσεων σε εκπαιδευτική πράξη. Θα το αναλογιστούν όμως αυτό οι ιθύνοντες ή θα συμπεριφερθούν με τρόπο που, με το αποτέλεσμά του, θα προσβάλλει τη μνήμη των νεκρών και θα υπονομεύει το μέλλον των ζώντων ανθρώπων; Πρόκειται για ένα σοβαρό ερώτημα που αν απαντηθεί σωστά, θα κάνει, μεταξύ άλλων, να μην έχει νόημα η συζήτηση για την ανάγκη ή όχι απαγόρευσης της νεοναζιστικής ψευδο-ιστορικής φιλολογίας.

(Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Κυριακάτικη Αυγή, στις 30.1.2005. Εμπεριέχεται στο βιβλίο Γιώργος Τσιάκαλος, Απέναντι στα Εργαστήρια του Ρατσισμού, τυπωθήτω - αντιρρήσεις, Αθήνα 2006, σελ. 36-40)