Χρυσή Αυγή


Γιώργος Τσιάκαλος
Η αντιμετώπιση της ναζιστικής ακροδεξιάς
«Χρυσή Αυγή»: Ήλθε αλλά δεν θα παραμείνει!
Η ναζιστική έκφανση της ακροδεξιάς στην Ελλάδα βαυκαλίζεται ότι «ήλθε για να παραμείνει» στην πολιτική ζωή της χώρας. Και την άποψη αυτή φαίνεται να συμμερίζονται πολλοί σχολιαστές από την αντίπαλη όχθη, ενισχύοντας έτσι, άθελα, το θράσος της και την εκφοβιστική ρητορεία της. Ας ξεκινήσουμε, λοιπόν, με μία βεβαιότητα: Η Χρυσή Αυγή ήλθε, θα μείνει για λίγο και θα εξαφανιστεί – εάν για την επιβίωσή της υποχρεωθεί να στηριχθεί αποκλειστικά στις δικές της ιδέες και στις δικές της πράξεις.
Δεν θα αντέξει στην πίεση που θα δεχτεί διότι
ü οι ιδέες της είναι ένα συνονθύλευμα μυστικισμού και ακραίου κοινωνικού δαρβινισμού που κονιορτοποιείται όταν τεθεί στο επίκεντρο της κριτικής και της πολιτικής,
ü οι πράξεις της συμπυκνώνονται σε μια διαφημιστική εκστρατεία προσφοράς «προστασίας» μαφιόζικου τύπου, με ένα συνδυασμό φαρισαϊκής ψευδο-φιλανθρωπίας και κούφιας εθνικιστικής ρητορείας, που προσβάλει την αξιοπρέπεια των ανθρώπων και δεν αντέχει στη σύγκριση με όσα με ταπεινότητα προσφέρονται από άλλους θεσμούς της κοινωνίας, συμπεριλαμβανομένης της εκκλησίας.
Η μοναδική επιφύλαξη για τη γρήγορη εξαφάνισή της πηγάζει από το γεγονός ότι ένα μεγάλο τμήμα της επιτυχίας της είναι αποτέλεσμα του τρόπου αντιμετώπισής της, που παράγει διαρκώς αντίθετα αποτελέσματα από αυτά που επιδιώκει. Δυστυχώς, στον τομέα αυτόν ανθούν τόσο ο αυτάρεσκος εφησυχασμός (όσο καιρό οι ναζιστικές ιδέες και δραστηριότητες περιορίζονταν σε ένα κλειστό κύκλο ανθρώπων), όσο και οι αντιπαραγωγικές ενέργειες, που είναι αποτέλεσμα ενός συνδυασμού καλών προθέσεων και έλλειψης σχετικής δόκιμης γνώσης. Είναι χαρακτηριστικό ότι μέχρι πρόσφατα η «Χρυσή Αυγή» καταγράφονταν ως περιθωριακή και θεωρούνταν εντελώς ακίνδυνη –περίπου «κλούβιο αυγό του φιδιού»- ενώ διαφαίνονταν καθαρά στον πολιτικό και κοινωνικό ορίζοντα οι επικίνδυνες εξελίξεις. Σήμερα αποτελεί, βέβαια, περιούσιο θέμα σχολιαστών από όλους τους χώρους του πολιτικού φάσματος αλλά ο σχετικός προβληματισμός περιορίζεται ουσιαστικά σε δύο τομείς: στην ερμηνεία της –δήθεν- «ξαφνικής» εμφάνισής της και στην αποκάλυψη του ναζιστικού παρελθόντος των πρωταγωνιστών της. Ιδιαίτερα από τη δεύτερη προσδοκάται ότι θα οδηγήσει σε άμεση αποστασιοποίηση της μεγαλύτερης μερίδας των οπαδών ως αποτέλεσμα των αντιφασιστικών αντανακλαστικών που αναπτύχθηκαν στους λαούς μετά τα εγκλήματα των Ναζί στο δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο –κάτι που δυστυχώς δεν ισχύει πια.
«Χρυσή Αυγή»: Αντιγραφή μιας ηττημένης ιδεολογίας
Γενικά μπορεί να ισχυριστεί κανείς ότι οι διάφορες προσπάθειες ερμηνείας και αντιμετώπισης του «φαινομένου» της ναζιστικής ακροδεξιάς στη σημερινή Ελλάδα διακρίνονται από παραγνώριση του γεγονότος ότι η γένεση, ενδυνάμωση και εμφάνιση της ναζιστικής ακροδεξιάς είναι αποτέλεσμα πολυδιάστατων διαδικασιών. Πρόκειται για διαδικασίες που έλαβαν και λαμβάνουν χώρα σε πολλούς κοινωνικούς χώρους -όπως είναι η εκπαίδευση, η επιστήμη, η αγορά εργασίας, ο λόγος των ΜΜΕ- και συμβάλλουν αφενός στην ενίσχυση ορισμένων ιδεολογιών και αφετέρου στην αποδυνάμωση άλλων. Ιδιαίτερα η συστηματική εργασία που έγινε τα τελευταία χρόνια για την προώθηση ακροδεξιών κοσμοθεωριών με κύριο όχημα το ρατσισμό παραβλέπεται επίμονα από τους περισσότερους σχολιαστές, ενώ τα απαραίτητα στοιχεία για να κατανοήσουμε τη σημασία της παρέχει η ίδια η ναζιστική ακροδεξιά, παρουσιάζοντας τον εαυτό της κυρίως ως φορέα ιδεών και ολοκληρωμένης κοσμοθεωρίας, ως «αληθινή επανάσταση» και ως τη μόνη πολιτική δύναμη που ερμηνεύει την εξέλιξη της ανθρώπινης κοινωνίας με επιστημονικό τρόπο –σε αντίθεση, όπως ισχυρίζεται, τόσο με τους αστούς δημοκράτες όσο και με τους μαρξιστές. Όποιος δεν το λαμβάνει αυτό υπόψη του επιχειρηματολογεί, άγονα, σε διαφορετικό πεδίο από εκείνο όπου δραστηριοποιείται η ναζιστική ακροδεξιά κερδίζοντας οπαδούς, ιδιαίτερα από τις νεώτερες ηλικίες.
Μια ματιά στις ιδεολογικές σελίδες της «Χρυσής Αυγής» αρκεί για να διαπιστώσει κανείς τις ρίζες της.
Blut und Boden” («Αίμα και Γη»), ήταν το μυστικιστικό βάθρο της ναζιστικής “Volksgemeinschaft“ («Λαϊκή Κοινότητα»), και θεμελίωνε το οικοδόμημα της νέας Πολιτείας του Χίτλερ με το όνομα «Volksstaat» («Λαϊκή Πολιτεία»). Αυτή ήταν η ναζιστική θεωρία που αναπτύχθηκε στη δεκαετία του 1920 και αποτέλεσα το όραμα και την επαγγελία των Ναζί και του ίδιου του Χίτλερ. Τι το νέο, λοιπόν, και ατόφιο «Ελληνικό»(!)- διακηρύσσει η «Χρυσή Αυγή» στο μανιφέστο της με τίτλο «Προς το Μέλλον» (που δημοσιεύεται στο πλαίσιο «Θεωρητικά Ζητήματα για την Στρατηγική και την Τακτική του Λαϊκού Εθνικιστικού Κινήματος») με την παρακάτω πρότασή της;
«Το ΑΙΜΑ του Έθνους που κυλάει στο κορμί της Λαϊκής Κοινότητας και η ΓΗ της Πατρίδας θεμελιώνουν στέρεα το οικοδόμημα της Εθνικιστικής Λαϊκής Πολιτείας» (οι λέξεις ΑΙΜΑ και ΓΗ με κεφαλαία στο πρωτότυπο, Γ.Τ.).
Πρόκειται για αντιγραφή ενός μυστικισμού που ως καθεστώς πότισε τη γη με το αίμα εκατομμυρίων ανθρώπων.
Παρόμοιες αντιγραφές αποτελούν οι θέσεις για την πρωτοκαθεδρία της βιολογίας στην ερμηνεία κοινωνικών και πολιτικών φαινομένων, η περιφρόνηση της δημοκρατίας, η συνηγορία υπέρ της αριστοκρατίας, η στρατιωτική οργάνωση της Πολιτείας και όλα όσα γνωρίζουμε από τα κείμενα της «Χρυσής Αυγής». Μερικά χαρακτηριστικά παραδείγματα:
«Η κατανόηση της λειτουργίας της φύσης στην οποία ανήκουμε και η αποδοχή γεγονότων, όσο σκληρά κι αν είναι για τις σύγχρονες πάγιες αντιλήψεις μας σχετικά με τη ζωή, θα μας έδινε το έναυσμα να αναπτυχθούμε προς το καλύτερο. Το αδύναμο δεν έχει θέση στη φύση, γιατί αν επικρατούσαν τα αδύναμα δεν θα υπήρχε η Ζωή. (…) Μπορεί να ακούγεται σκληρό, αλλά πόσες φορές αντικρίσαμε την εκδήλωση της σκληρότητας στη φύση; (…) Αιώνια και παγκόσμια ειρήνη δεν μπορεί να υπάρξει, γιατί στη φύση δεν υπάρχει κι εμείς ως μέρος της φύσης υπακούμε στους ίδιους νόμους. (…) Ο σημερινός ειρηνικός άνθρωπος χωρίς να το συνειδητοποιεί, ουσιαστικά είναι εχθρός της φύσης, της αλλαγής και της εξέλιξης».
«Ένας λακωνικός και στρατιωτικός τρόπος ζωής ήταν και θα είναι πάντοτε το υπόδειγμα Ελληνικής Εθνικιστικής ζωής. Πρότυπό μας ο καλογυμνασμένος και αυστηρός στρατιώτης. Δόγμα μας η αρχαία σπαρτιατική άποψη ότι τα καλύτερα ρούχα είναι τα γυμνασμένα σώματα. Το σφριγηλό αντρίκειο σώμα είναι πρότυπο αισθητικής και εφόδιο πολέμου. Θα νικήσουμε στηριζόμενοι στην επιθετική σκέψη και τα δυνατά μπράτσα. Αν δεν έχουμε το ένα από τα δύο δε θα καταφέρουμε τίποτε.»
«Ο δικός μας Εθνικισμός είναι Πίστη στη Ράτσα, στο Αίμα, στη Φυλή».
«Η Αριστερά σε όλες τις εκφράσεις στοχεύει στο μπαστάρδεμα του Ελληνικού Αίματος, με απώτερο στόχο την καταστροφή της Φυλής και του Πολιτισμού μας».
"Σήμερα, στο δυτικό κόσμο, αλλά και σε πολλές χώρες άλλων ηπείρων (πλην εξαιρέσεων) όλα υπακούουν στο διεθνοποιημένο και εθνοκτόνο Σιωνισμό. Επιστημονική έρευνα, εμπόριο, τέχνη, πολιτικά συστήματα, όλα στην υπηρεσία του «Θηρίου», που θέλει να καταπιεί τον κόσμο ολόκληρο.
Παραδείγματα, όπως τα παραπάνω, μπορούν να αναφερθούν πολλά. Η απαρίθμησή τους, είναι φανερό ότι αποκαλύπτει με απόλυτη ενάργεια το ναζιστικό χαρακτήρα της «Χρυσής Αυγής». Είναι όμως λάθος να προσδοκεί κανείς ότι η αποκάλυψη αυτή από μόνη της αρκεί για να απομακρύνει τους νέους ανθρώπους από τις τάξεις της, αφού για να συμβεί κάτι τέτοιο θα έπρεπε να γνωρίζουν οι νέοι τι είναι λάθος και που οδηγούν τα λάθη μιας κοσμοθεωρίας που ήδη μία φορά καθυπόταξε λαούς και αιματοκύλισε τον κόσμο. Όμως η δική μας νέα γενιά δεν γνωρίζει σχεδόν τίποτε για την εποχή της ναζιστικής βαρβαρότητας, δεν γνωρίζει τα επιστημονικά δεδομένα που απέδειξαν την απάτη της ναζιστικής ψευδο-επιστήμης, δεν γνωρίζει τις αγυρτείες τους και τις τακτικές εκφοβισμού. Από πού να τα γνωρίζει, άλλωστε; Από το σχολείο ή από τα σύγχρονα ΜΜΕ; Αυτή η νέα γενιά μεγάλωσε βιώνοντας τη συστηματική αναθεώρηση της Ιστορίας του αντιφασιστικού αγώνα και παρακολουθώντας τη νομιμοποίηση –ως, δήθεν, «επιστημονική άποψη»- της άρνησης των ναζιστικών εγκλημάτων και γενοκτονιών.
Συνεπώς, η αντιπαραβολή των κειμένων της Χρυσής Αυγής και των Ναζί του Χίτλερ γίνεται για έναν άλλο σκοπό: Για να καταδειχτεί ότι η ναζιστική ακροδεξιά στην Ελλάδα, αντιγράφοντας απλώς την κοσμοθεωρία και τις πρακτικές των Ναζί των πρώτων δεκαετιών του 20ου αιώνα, δεν φέρνει τίποτε το καινούριο, και κυρίως τίποτε που δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί νικηφόρα. Φέρνει μια κοσμοθεωρία και πρακτικές που, μετά από μία καταστροφική πορεία για την ανθρωπότητα, ηττήθηκαν κατά κράτος σε όλους τους τομείς και εξαφανίστηκαν (παραμένοντας ενεργές μόνο σε μερικούς κρυφούς, απομονωμένους και προστατευόμενους θύλακες αμετανόητων και πάμπλουτων ναζί). Πρόκειται για μια κοσμοθεωρία που δεν αντέχει απέναντι στον ορθό λόγο, και για πρακτικές που δεν ευδοκιμούν όταν οι πολίτες είναι αποφασισμένοι να υπερασπιστούν όχι μόνο το γράμμα αλλά κυρίως την ουσία της Δημοκρατίας.
Το γεγονός ότι επανεμφανίζονται στην πολιτική σκηνή και παρουσιάζονται ικανές να παρασύρουν πάλι κάποιους ανθρώπους προς την καταστροφή είναι σε μεγάλο βαθμό συνέπεια της εφησυχαστικής βεβαιότητας που επικράτησε στο δημοκρατικό κόσμο ότι η τεράστια παρακαταθήκη της αντιφασιστικής νίκης στο δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο αρκούσε για την παντοτινή εξουδετέρωση κάθε κινδύνου. Πολλοί θεώρησαν ότι το σύνθημα «ποτέ πια φασισμός» σημαίνει ότι ο φασισμός δεν μπορεί να επιστρέψει ποτέ. Η αλήθεια όμως είναι ότι ο φασισμός μπορεί να επιστρέψει και ότι το σύνθημα «ποτέ πια φασισμός» δηλώνει τη βούληση των ανθρώπων να μην επιτρέψουν ποτέ ξανά την εμφάνισή του, επειδή γνωρίζουν πια από τραγική εμπειρία την καταστροφική του φύση, αλλά και τον τρόπο με τον οποίον μπορούν να αντιμετωπίσουν τους μηχανισμούς που τον γεννούν και τον ενδυναμώνουν.
Αναμφίβολα στην Ελλάδα υπήρξε μια αδικαιολόγητη ολιγωρία που επέτρεψε τη Χρυσή Αυγή να μπει στο κοινοβούλιο και να επιχειρήσει να καταλάβει και να ελέγξει τους δημόσιους χώρους. Από την ολιγωρία μπορούμε να διδαχτούμε, κυρίως ότι οι εποχές δεν επιτρέπουν ούτε εφησυχασμούς ούτε σπασμωδικές κινήσεις. Χρειαζόμαστε συστηματική δουλειά στο πεδίο των ιδεών και στο πεδίο της πολιτικής καθημερινότητας. Εφόσον το κάνουμε, τότε μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα: ναι, είμαστε σε θέση να κάνουμε την παρουσία της ναζιστικής ακροδεξιάς στο φάσμα της πολιτικής ζωής της Ελλάδας ένα ντροπιαστικό παροδικό φαινόμενο που θα διδάξει και θα οξύνει τη δημοκρατική εγρήγορση των πολιτών. Και το ίδιο, προφανώς, ισχύει για την Κύπρο.
Δημοσιεύτηκε στο ΕΝΗΜΕΡΩΤΙΚΟ ΔΕΛΤΙΟ του Ινστιτούτου Ερευνών ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ, τεύχος Οκτωβρίου 2012


Εφημερίδα ΧΑΡΑΥΓΗ, 18 Νοεμβρίου 2012

Συνέντευξη στον Σπύρο Σωτηρίου

Κ. Τσιάκαλε έχετε εκδώσει το 2000 τον Οδηγό Αντιρατσιστικής Εκπαίδευσης για την Ελλάδα που από τότε έχει γνωρίσει αλλεπάλληλες εκδόσεις. Άλλαξαν πολλά πράγματα από το 2000 μέχρι σήμερα;

Ναι, πράγματι άλλαξαν πολλά, αλλά για να κατανοήσουμε το είδος των αλλαγών είναι απαραίτητο να διευκρινίσουμε ότι ο όρος «ρατσισμός» αναφέρεται σε δύο φαινόμενα που μερικές φορές υπάρχουν μόνα τους και άλλες φορές συμβαδίζουν: αναφέρεται, πρώτον, σε μια συγκεκριμένη κοινωνική πρακτική, και, δεύτερον, σε μια κοσμοθεωρία.
Ως κοινωνική πρακτική ο ρατσισμός συνδέεται κυρίως με την άσκηση εξουσίας σε βάρος ανθρώπων που ανήκουν σε μια διακριτή κοινωνική κατηγορία. Τέτοιες κοινωνικές κατηγορίες μπορεί να είναι οι μετανάστες, κάποιες μειονότητες, πρόσωπα με διαφορετικό σεξουαλικό προσανατολισμό, ανάπηροι και όποιοι θα μπορούσαν κάποια στιγμή να χαρακτηριστούν ως διαφορετικοί από μια κυρίαρχη κοινωνική ομάδα. Η αιτία για τις διακρίσεις ποικίλει: μερικές φορές ένα άτομο μπορεί να εμφορείται από κάποιες πολύ ισχυρές αρνητικές προκαταλήψεις, άλλοτε να κυριαρχείται από κάποια (αντικειμενικά λανθασμένη) αίσθηση απειλής, και τέλος, πάρα πολύ συχνά, να κινείται από ιδιοτέλεια.
Αυτό που περιέγραψα ως «κοινωνική πρακτική» ήταν αυτό στο οποίο κυρίως αναφερόμουν στον Οδηγό Αντιρατσιστικής Εκπαίδευσης. Σκοπό είχα να δείξω τους κινδύνους που συνεπάγεται η ύπαρξή της για ολόκληρη την κοινωνία και ταυτόχρονα να παρουσιάσω πρακτικούς τρόπους αντιμετώπισης και πρόληψής της.
Σήμερα όμως στην Ελλάδα βιώνουμε επιπλέον την εμφάνιση του ρατσισμού και με τη δεύτερη έννοια που έχει ο όρος: Ως κοσμοθεωρία, δηλαδή ως τρόπο πρόσληψης και ερμηνείας του κόσμου, της ιστορίας της ανθρωπότητας, των κοινωνικών διεργασιών και, συνακόλουθα, της άσκησης πολιτικής. Πρόκειται για μια κοσμοθεωρία που εμφανίστηκε στα μέσα του 19ου αιώνα, εξέθρεψε τις πολιτικές του ρατσισμού, του ευγονισμού και του κοινωνικού δαρβινισμού, αποτέλεσε θεμέλιο του ναζισμού και οδήγησε την ανθρωπότητα στη μεγαλύτερη καταστροφή που έχει γνωρίσει ποτέ.
Ρατσισμός ως κοσμοθεωρία σημαίνει ότι η ιστορία της ανθρωπότητας ερμηνεύεται ως αέναη σύγκρουση φυλών και ότι οι νόμοι της ανθρώπινης κοινωνίας αποτελούν απλή προέκταση των νόμων της φύσης, με κυρίαρχο το νόμο της επιβίωσης του ισχυρού και την άρνηση κάθε δικαιώματος –ακόμη και αυτού του δικαιώματος στη ζωή- σε όποιον θεωρείται ή αποδεικνύεται αδύναμος.

Στην Ελλάδα αυτή η κοσμοθεωρία εμφανίζεται με τη μορφή πολιτικού κόμματος, τη «Χρυσή Αυγή», που προσπαθεί να επαναφέρει στην πολιτική ζωή τη ναζιστική ιδεολογία – μια ιδεολογία που ηττήθηκε κατά κράτος πριν 67 χρόνια τόσο στο επίπεδο των ιδεών όσο και στον τομέα που οι ίδιοι οι Ναζί είχαν επιλέξει, δηλαδή εκείνον της πολεμικής αντιπαράθεσης.
Συνεπώς, σήμερα επιβάλλεται ο εξοπλισμός των πολιτών με όλα εκείνα τα εφόδια που κάνουν την κοινωνία ικανή να αντιμετωπίσει τη ναζιστική προπαγάνδα και να υπερασπιστεί τον ανθρώπινο πολιτισμό. Σ’ αυτό ήλθε να συμβάλει το βιβλίο μου «Απέναντι στα εργαστήρια του ρατσισμού», που εκδόθηκε το 2006 και έχει στο επίκεντρο το ρατσισμό ως κοσμοθεωρία, τους χώρους στους οποίους γεννιέται και καλλιεργείται και τους τρόπους με τους οποίους μπορεί να αντιμετωπιστεί.

Σημειώνετε ότι το σχολείο αποτελεί τον καθρέφτη όλων των σημαντικών, κοινωνικών εξελίξεων και προσθέτετε ότι οι εκπαιδευτικοί πρέπει να αντιλαμβάνονται έγκαιρα το μέγεθος των κοινωνικών προβλημάτων. Έχετε την πεποίθηση ότι στην Ελλάδα με τα τόσα προβλήματα, δεν υπάρχουν εκπαιδευτικοί -που αποτελούν και αυτοί θύματα των καταστάσεων- που θεωρούν π.χ. ότι φταίνε οι μετανάστες για τα δεινά του ελληνικού λαού;

Υπάρχουν εκπαιδευτικοί που δεν κατανοούν τον κίνδυνο που συνεπάγεται για ολόκληρη την ελληνική κοινωνία η ύπαρξη ρατσιστικών φαινομένων και η εμφάνιση της ναζιστικής ακροδεξιάς στο πολιτικό φάσμα της χώρας. Γνωρίζω όμως ότι αυτοί αποτελούν μια αριθμητικά ασήμαντη ομάδα και θα παραμείνουν ασήμαντοι και απομονωμένοι στην εκπαιδευτική κοινότητα. Αυτό που πρέπει να υπογραμμιστεί είναι ότι η συντριπτική πλειοψηφία των εκπαιδευτικών κάνουν το καθήκον τους ως παιδαγωγοί, παρά τις φοβερές συνθήκες στις οποίες καλούνται να επιτελέσουν το έργο τους. Αντίθετα, φαίνεται ότι δεν αντιλαμβάνονται την κρισιμότητα των καταστάσεων και τις ευθύνες τους εκείνοι που ασκώντας εξουσία υπονομεύουν στην κοινή γνώμη το κύρος των εκπαιδευτικών, περιορίζουν την παιδαγωγική ελευθερία, επιβάλλουν μισθούς πείνας και συστηματικά αντιμετωπίζουν με εχθρότητα τους αγώνες των εκπαιδευτικών για ένα δημοκρατικό και ανθρώπινο σχολείο.
Αυτοί που προκαλούν σ’ εμένα ανησυχία είναι οι διάφοροι αξιωματούχοι οι οποίοι λανθασμένα θεωρούν ότι θα αφαιρέσουν τον αέρα από τα πανιά των ναζιστών υιοθετώντας οι ίδιοι εκ των προτέρων τις ρατσιστικές συμπεριφορές τους, όπως επίσης μου προκαλούν ανησυχία εκείνοι οι αξιωματούχοι οι οποίοι από προσωπική δειλία υποχωρούν μπροστά στο θράσος και στις απειλές των ψευτοπαλληκαράδων της ναζιστικής ακροδεξιάς. Αισιοδοξώ όμως ότι όλα αυτά, που προς το παρόν προκαλούν έκπληξη και αμηχανία στο δημοκρατικό κόσμο, σύντομα θα αρχίσουν να αντιμετωπίζονται με τον προσήκοντα τρόπο και θα οδηγήσουν στην εξαφάνιση τέτοιων φαινομένων.

Απ’ ό,τι διαβάζουμε και ακούμε, η φασιστική Χρυσή Αυγή έχει παρεισφρήσει και στα σχολεία στην Ελλάδα με εκπαιδευτικούς και μαθητές να ασπάζονται τις ακροδεξιές και ναζιστικές της αντιλήψεις. Είναι ένα πρόσκαιρο πρόβλημα το οποίο θα αλλάξει με την πάροδο του χρόνου; Υπάρχει αντίδοτο σε αυτό το δηλητήριο;

Η «Χρυσή Αυγή» δουλεύει εδώ και πολλά χρόνια συστηματικά μέσα στα σχολεία, όμως οι περισσότεροι, ακόμη και στο χώρο της Αριστεράς, υποτιμούσαν τις προοπτικές της προπαγάνδας της. Σήμερα δρέπουμε τους δηλητηριώδεις καρπούς της υποτίμησης του κινδύνου και της έλλειψης δημοκρατικής εγρήγορσης. Ταυτόχρονα βιώνουμε ένα παράδοξο που οδηγεί στα ίδια αρνητικά αποτελέσματα: πολλοί από όσους προηγουμένως υποτιμούσαν τους κινδύνους διογκώνουν σήμερα το μέγεθος του φαινομένου, ενισχύοντας έτσι - άθελά τους - την εντύπωση που ενδιαφέρεται να δημιουργήσει η «Χρυσή Αυγή» ότι είναι, δήθεν, η ραγδαία ανερχόμενη πολιτική δύναμη. Υπενθυμίζω, ότι οι πράξεις της «Χρυσής Αυγής», όπως ακριβώς και των εθνικοσοσιαλιστών του Χίτλερ, συμπυκνώνονται σε μια διαφημιστική εκστρατεία προσφοράς «προστασίας» μαφιόζικου τύπου (δήθεν «φροντίζει για την επιβολή του νόμου»), με ένα συνδυασμό φαρισαϊκής ψευδο-φιλανθρωπίας (δήθεν «επιστρέφει τα χρήματα του λαού μοιράζοντας τρόφιμα») και ρατσιστικής-εθνικιστικής ρητορείας. Στην πραγματικότητα οι πράξεις της Χρυσής Αυγής δεν είναι κατ’ ελάχιστον τόσες όσες εμφανίζει η ίδια -και, δυστυχώς, ανεξέλεγκτα αναπαράγουν τα ΜΜΕ- και το ίδιο ισχύει για την παρουσία της στα σχολεία.
Βεβαίως υπάρχουν μαθητές και μαθήτριες που θέλοντας να προκαλέσουν αμηχανία και εκνευρισμό στους καθηγητές και στις καθηγήτριές τους φωνάζουν ρυθμικά συνθήματα της Χρυσής Αυγής, δίνοντας έτσι την ψευδή εντύπωση ότι η τελευταία έχει διεισδύσει μαζικά στα σχολεία. Αλήθεια είναι επίσης ότι τα δημοσκοπικά ποσοστά της Χρυσής Αυγής εμφανίζονται σχετικά υψηλά στους νέους, όμως δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ελάχιστοι απ’ αυτούς είναι ιδεολογικά ενταγμένοι στο χώρο αυτό. Είμαι βέβαιος ότι δεν είναι ακόμη αργά για να δράσουμε ώστε να απαλλάξουμε πλήρως τα σχολεία από την παρουσία της ναζιστικής ακροδεξιάς. Για το σκοπό αυτό απαιτείται τόσο η συστηματική και εμπεριστατωμένη συζήτηση των εκπαιδευτικών με τους μαθητές και τις μαθήτριες όσο και αποφασιστικές αλλαγές στα αναλυτικά προγράμματα και στη λειτουργία του σχολείου. Όσο πιο γρήγορα και αποφασιστικά προωθούμε αυτές τις αλλαγές τόσο πιο καλά θωρακίζουμε τα παιδιά μας απέναντι στην επιχειρούμενη χειραγώγηση και εξαπάτησή τους από τους ακροδεξιούς αγύρτες.
Δυστυχώς, στην Ελλάδα η μεταρρύθμιση αυτή ούτε καν επιχειρήθηκε στα σοβαρά. Έτσι, οι εκπαιδευτικοί υποχρεώνονται να αγωνίζονται όσο καλύτερα μπορούν μέσα σε ένα εκπαιδευτικά αντίξοο και αντιπαραγωγικό πλαίσιο. Συνεπώς, για να είναι νικηφόρος ο αγώνας τους ενάντια στη ναζιστική ακροδεξιά δεν μπορεί παρά να συνοδεύεται από τον αγώνα για ένα δημοκρατικό και ανθρώπινο σχολείο.

Στην παρακμάζουσα μορφή του ο καπιταλισμός χρησιμοποιεί μεθόδους θέτοντας σε αντιπαράθεση εργαζόμενους εναντίον εργαζομένων, ανθρώπους εναντίον ανθρώπων. Στον Οδηγό Αντιρατσιστικής Εκπαίδευσης παραθέτετε κάποια συγκλονιστικά στοιχεία που αφορούν μετανάστες, οι οποίοι πέθαναν στην προσπάθειά τους να μεταβούν παράνομα στην Ελλάδα για να μπορέσουν... να ζήσουν. Πιστεύετε κ. Τσιάκαλε ότι εν έτει 2012 υπάρχουν άνθρωποι που ασπάζονται την άποψη ότι καλύτερα ένας παράνομος μετανάστης νεκρός, παρά να μπει στη χώρα και να ζήσει;

Δυστυχώς ναι, υπάρχουν τέτοιοι άνθρωποι. Αλλά ο εκβαρβαρισμός των ανθρώπων δεν έρχεται τυχαία, είναι αποτέλεσμα του πολιτικού και οικονομικού εκβαρβαρισμού που επιβάλλουν οι ισχυροί της Γης. Σας υπενθυμίζω ένα περιστατικό που περιγράφω στον Οδηγό Αντιρατσιστικής Εκπαίδευσης. Το 1997 η Πρωτοβουλία «Ιωβηλαίος 2000» παρακινούσε τις πλουσιότερες χώρες του κόσμου να χαρίσουν τα χρέη των πιο φτωχών χωρών της Αφρικής (που ήταν ισόποσα με το κόστος ενός βομβαρδιστικού αεροπλάνου). Υπολογιζόταν ότι η ενέργεια αυτή θα έσωζε δύο εκατομμύρια παιδιά από το θάνατο από πείνα. Δεν τα χάρισαν, και τα δύο εκατομμύρια παιδιά πέθαναν. Ξέρετε γιατί δεν το έκαναν; Επειδή -έτσι είπαν- μια τέτοια πράξη θα υπονόμευε την «ηθική της αγοράς». Το τραγικό είναι ότι η Ελλάδα ανήκε στις χώρες που αντιτίθονταν στην παραγραφή των χρεών! Βλέπετε, σε ένα κόσμο όπου οι αγορές παίρνοντας μορφή υπερανθρώπου, «έχουν δική τους ηθική», «ανησυχούν», «ανακουφίζονται», «αντιδρούν νευρικά», «προειδοποιούν», «παρεμβαίνουν» στην πολιτική και «τιμωρούν», εκεί δεν ισχύει πια η ανθρώπινη ηθική, καταρρακώνεται η ανθρώπινη αξιοπρέπεια και απαξιώνεται πλήρως ακόμη και το δικαίωμα στη ζωή.
Β’ μέρος της συνέντευξης
ΧΑΡΑΥΓΗ, 19 Νοεμβρίου 2012
ΓΙΩΡΓΟΣ ΤΣΙΑΚΑΛΟΣ
Ο Χριστιανισμός αντιβαίνει πλήρως στο δόγμα του ναζισμού
Συνέντευξη στον Σπύρο Σωτηρίου

Ποιοι ευθύνονται για την άνοδο της Χρυσής Αυγής ή και για άλλα νεοφασιστικά, νεοναζιστικά κόμματα;
Θα σας απαντήσω μόνον σε σχέση με την εμφάνιση της ναζιστικής έκφανσης της ακροδεξιάς που χαρακτηρίζει τη Χρυσή Αυγή, το NPD της Γερμανίας και τις «αδελφές» τους ομάδες στην Ευρώπη και στην Αμερική.
Υπάρχει μια τάση να ερμηνεύεται η ξαφνική εκλογική άνοδος της Χρυσής Αυγής ως άμεση απόρροια της χειροτέρευσης των οικονομικών συνθηκών, της έκρηξης της ανεργίας, της εξαθλίωσης και άλλων παρόμοιων φαινομένων. Αναμφίβολα όλα αυτά παίζουν ένα σημαντικό ρόλο, αλλά λιγότερο ως αίτιο και περισσότερο ως καταλύτης. Θέλω να πω ότι δεν αποτελεί νομοτέλεια ότι ο άνεργος και ο οικονομικά εξαθλιωμένος γίνεται ναζιστής. «Κανονικά» θα έπρεπε να στραφεί ενάντια σε αυτούς που προκαλούν την ανεργία, σε αυτούς που τον οδηγούν στην εξαθλίωση, σε αυτούς που τον ταπεινώνουν και τον εξευτελίζουν, και όχι σε αυτούς που συμπάσχουν και συχνά υποφέρουν περισσότερο από τον ίδιο. Το γεγονός ότι δεν συμπεριφέρεται «κανονικά» σημαίνει ότι οι πληροφορίες που κατέχει και ο τρόπος σκέψης που διδάχτηκε να χρησιμοποιεί για να ερμηνεύει γεγονότα και να αντιπαλεύει δυσάρεστες καταστάσεις τον οδηγούν σε λανθασμένη κρίση. Γι’ αυτό προφανώς κάποιοι έχουν ευθύνες.
Ασφαλώς η ναζιστική μαγιά «πιστώνεται» στους λεγόμενους «αμετανόητους» ναζιστές που δεν έπαψαν να υπάρχουν σε όλες τις χώρες της Ευρώπης ακόμη και μετά τη συντριβή του Χίτλερ. Όμως τη ρατσιστική αντιμετώπιση των μεταναστών νομιμοποιούσαν έμμεσα και οι κυβερνήσεις που εμφάνιζαν αυτές τις ομάδες ως επικίνδυνες ή ως αίτιο των εκάστοτε οικονομικών και κοινωνικών προβλημάτων. Έτσι όταν αυτά τα προβλήματα έγιναν δυσβάστακτα για μεγάλο αριθμό ανθρώπων ανασύρθηκε η υποβόσκουσα ερμηνεία και η λύση των προβλημάτων αναζητήθηκε στο πλαίσιό της. Πριν από περίπου τρεις δεκαετίες είχα γράψει σε ένα άρθρο μου ότι ο ρατσισμός είναι η γέφυρα πάνω από την οποία περνούν ακόμη και οι δημοκρατικοί πολίτες για να φτάσουν στην ακροδεξιά, επειδή ο ρατσισμός διαμορφώνει «αυταρχικές προσωπικότητες», δηλαδή τον πυρήνα της ακροδεξιάς προσωπικότητας. Αυτό βιώνουμε σήμερα.

Κι αυτό αφορά την κοινωνία...
Αυτά στο επίπεδο της κοινωνίας. Στο επίπεδο της επιστήμης και της πολιτικής έχει υπάρξει τις τελευταίες δύο δεκαετίες ένα γεγονός που άνοιξε τις πύλες στη ναζιστική ακροδεξιά -στην αρχή λίγο και αργότερα διάπλατα: ήταν το κίνημα του αναθεωρητισμού στην ιστορία, που αμφισβητούσε το εύρος των ναζιστικών εγκλημάτων και τη σημασία του αντιφασιστικού πολέμου, και με αυτόν τον τρόπο υπονόμευε την ηθική δύναμη που έφερε στην κοινωνία και στην πολιτική η αντιφασιστική νίκη στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Όμως ήταν ακριβώς η μνήμη της αντιφασιστικής νίκης αυτή που διαμόρφωνε την προσωπική και τη συλλογική δημοκρατική ευθύνη καλλιεργώντας αφενός το σεβασμό στα εκατομμύρια των θυμάτων του ναζισμού και του φασισμού και αφετέρου την αγάπη για τις επόμενες γενιές και τον πολιτισμό –αγάπη, που εκφραζόταν με το σύνθημα «ποτέ πια φασισμός». Τώρα πια γνωρίζουμε καλά ότι όπου εγκαταλείπεται ή, ακόμη χειρότερα, λοιδορείται και πολεμιέται η αντιφασιστική παράδοση, εκεί ευδοκιμούν οι ναζιστικές ιδέες.

Επιτρέψτε μου όμως να μιλήσω πάλι για τη σχέση της εκπαίδευσης με τα θέματα αυτά. Την προηγούμενη Δευτέρα ρώτησα τους φοιτητές και τις φοιτήτριές μου στο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης αν μπορούν να εξηγήσουν γιατί περισσότεροι από 15 μητροπολίτες στην Ελλάδα θεώρησαν αναγκαίο να τοποθετηθούν δημοσίως ενάντια στη Χρυσή Αυγή.
Διαπίστωσα για άλλη μια φορά ότι, παρόλο που είχαν διδαχτεί Θρησκευτικά στο σχολείο 12 ολόκληρα χρόνια, ούτε ένα άτομο δεν γνώριζε ότι ήδη το 1872, στην Αγία και Μεγάλη Σύνοδο της Κωνσταντινουπόλεως, η Ορθόδοξη Εκκλησία είχε καταδικάσει τον εθνοφυλετισμό (ρατσισμό) και τον εθνικισμό ως αίρεση. Γιατί άραγε τα παιδιά μας δεν διδάχτηκαν ποτέ αυτό το γεγονός, γιατί δεν έμαθαν από μόνα τους να καταλήγουν στο ίδιο συμπέρασμα; Τα ίδια ερωτήματα τίθενται ξανά και ξανά για όλα τα μαθήματα από τα οποία θα μπορούσαν και θα έπρεπε να αντλήσουν γνώσεις ώστε να μην χειραγωγούνται από τους ναζιστές αγύρτες. Βλέπετε, λοιπόν, ότι πολλά παραλείψαμε να κάνουμε και δώσαμε πεδίο στους πολιτικούς απατεώνες.

Είπατε ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία βρίσκεται σε πλήρη αντίθεση με το ρατσισμό και τον εθνικισμό; Όμως εμείς βλέπουμε ιεράρχες να διάκεινται φιλικά προς αυτά τα κινήματα.
Αν υπάρχουν τέτοιοι ιεράρχες, και προφανώς υπάρχουν, ας κάνουν τον κόπο να μπουν σε ένα προσωπικό διάλογο με την πίστη τους και τη συνείδησή τους. Όμως για την Ορθόδοξη Εκκλησία η αντίθεση με το ρατσισμό και τον εθνικισμό δεν είναι κάτι το νέο, αριθμεί 140 χρόνια ζωής. Η Χρυσή Αυγή αποπειράθηκε να θέσει υπό την «προστασία» και την καθοδήγησή της την Εκκλησία, όπως ακριβώς είχε κάνει ο Χίτλερ ο οποίος οδήγησε πάρα πολλούς ιεράρχες όλων των δογμάτων στα στρατόπεδα συγκέντρωσης και στο εκτελεστικό απόσπασμα. Σ’ αυτό αντέδρασαν πολλοί μητροπολίτες στην Ελλάδα εξηγώντας ότι δεν είναι δυνατόν να είναι κανείς Χριστιανός και ταυτόχρονα οπαδός της Χρυσής Αυγής ή συγγενών οργανώσεων.
Μην σας ξαφνιάζει η αντιπαράθεση αυτή. Για τους ιδεολογικούς καθοδηγητές των ναζιστικών οργανώσεων της Ευρώπης ισχύει ότι ο πόλεμος κατά του Χριστιανισμού είναι απαραίτητος εξαιτίας του γεγονότος ότι ο Χριστιανισμός υποστηρίζει την ισότητα των ανθρώπων κάτι που αντιβαίνει πλήρως στο βασικό δόγμα της ναζιστικής ακροδεξιάς. Είναι χαρακτηριστική η διατύπωση ενός εκ των βασικών θεωρητικών τους, του Pierre Krebs από τη ναζιστική δεξαμενή σκέψης «Σεμινάριο της Θούλης», ότι «ο Χριστιανισμός είναι ο μπολσεβικισμός της Αρχαιότητας». Αυτή είναι η άποψή τους την οποία προσπαθούν επιμελώς να αποκρύψουν.
Τα τελευταία χρόνια ζείτε μεταξύ Κύπρου και Ελλάδας. Η Κύπρος είναι σε καλύτερη κατάσταση; Υπάρχει πιο ορθή αντίληψη από τους Κυπρίους για τους μετανάστες;
Ελλάδα και Κύπρος αποτελούν συγκοινωνούντα δοχεία στα καλά και, κυρίως, στα άσχημα! Θα πρέπει να προσέξουμε πολύ γιατί εξελίξεις όπως αυτές στην Ελλάδα, μπορεί να έχουν στην Κύπρο πολύ περισσότερες αρνητικές επιπτώσεις, καθώς είναι πολλοί αυτοί που θα είχαν ενδιαφέρον και συμφέρον να δουν να απαξιώνεται στο διεθνές στερέωμα η Δημοκρατία της Κύπρου και οι δημοκρατικοί θεσμοί της. Όμως δεν θέλω να αποφύγω την ερώτησή σας. Γνωρίζω πάρα πολλούς στην Κύπρο που αντιλαμβάνονται πόσο δύσκολο και περίπλοκο θέμα είναι η μετανάστευση και στο πλαίσιο αυτό αναλαμβάνουν τις δικές τους ευθύνες ως δημοκρατικοί πολίτες. Συζητώ συχνά και με ανθρώπους που ανησυχούν και θεωρούν ότι η Πολιτεία δεν χειρίζεται καλά τα θέματα της μετανάστευσης. Είμαι της άποψης ότι στον τομέα αυτό οι αναγκαίες διαβουλεύσεις είχαν συχνά τη μορφή παράλληλων μονολόγων και ότι ο ορθός λόγος συχνά επισκιάστηκε από την άγνοια. Πάντως, θεωρώ ότι υπάρχει πεδίο συνεννόησης και συναίνεσης -πάντοτε στα πλαίσια των διεθνών και των ιστορικών υποχρεώσεων της χώρας- και πρέπει να χρησιμοποιηθεί.

Στην Κύπρο γίνεται πολύς λόγος από γονείς και εκπαιδευτικούς ότι σε σχολεία όπου υπάρχουν πολλοί αλλόγλωσσοι μαθητές το επίπεδο εκπαίδευσης είναι χαμηλό κυρίως λόγω της προσπάθειας των δασκάλων στην τάξη να εντάξουν αυτά τα παιδιά στην εκπαιδευτική διαδικασία. Είναι δικαιολογημένη αυτή η άποψη;
Πρέπει να παίρνουμε σοβαρά υπόψη μας τις ανησυχίες των γονέων και το άγχος των εκπαιδευτικών. Η αλήθεια είναι ότι έχουμε την τεχνογνωσία για να κάνουμε τη συμβίωση παιδιών με διαφορετικές μητρικές γλώσσες να είναι πηγή επιτυχίας για όλα τα παιδιά. Συχνά η τεχνογνωσία αυτή είναι άγνωστη στους εκπαιδευτικούς ή δεν είναι δυνατόν να εφαρμοστεί επειδή από τους ιθύνοντες δεν δημιουργείται το απαραίτητο πλαίσιο λειτουργίας. Με τα νέα αναλυτικά προγράμματα και τις νέες μεθόδους διδασκαλίας έχουμε δημιουργήσει το κατάλληλο πλαίσιο έτσι ώστε οι μητρικές γλώσσες των αλλόγλωσσων παιδιών να μην αποτελούν εμπόδιο στη σχολική επιτυχία για κανένα παιδί. Πρέπει όμως να πάρουμε και μια σειρά πρόσθετων μέτρων, όπως είναι εντατικά μαθήματα γλώσσας όταν τα αλλόγλωσσα παιδιά έρχονται στην Κύπρο, υποχρεωτικά μαθήματα γλώσσας το απόγευμα, παράλληλη καλλιέργεια της μητρικής τους γλώσσας (καθώς γνωρίζουμε ότι αυτό συμβάλλει θετικά στην εκμάθηση της νέας τους γλώσσας), επιμόρφωση των εκπαιδευτικών στις κατάλληλες μεθόδους διδασκαλίας και μάθησης. Η πρόσφατη έκθεση της Ομάδας Ειδικών Υψηλού Επιπέδου για τον Γραμματισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης παρέχει σχετικές πληροφορίες και οδηγίες, που αν ληφθούν σοβαρά υπόψη μπορούμε όχι μόνο να αντιμετωπίσουμε τα οποιαδήποτε προβλήματα, αλλά και να τα μετατρέψουμε σε πηγή επιτυχίας.

Ξεχωριστά τμήματα αλλόγλωσσων, αυτόματη ένταξη σε μικτά τμήματα ή κάτι ενδιάμεσο; Τι προτείνετε εσείς;
Η απάντηση έχει δοθεί από όλες τις έρευνες: τα παιδιά πρέπει να μορφώνονται στην ίδια τάξη με αναλυτικά προγράμματα, μεθόδους διδασκαλίας και οργάνωση σχολείου που προσιδιάζουν στον 21ο αιώνα και στις απαιτήσεις του. Το δημοκρατικό και ανθρώπινο σχολείο αποφέρει υψηλότερη επιτυχία για όλα τα παιδιά, και γι’ αυτά που φαίνονται να έχουν δυσκολίες και για εκείνα που χαρακτηρίζονται «ταλαντούχα». Συνεπώς, η δημιουργία ξεχωριστών τμημάτων πρέπει να αποκλειστεί, αλλά και ο τρόπος προετοιμασίας και ενίσχυσης των αλλόγλωσσων παιδιών πρέπει να μεταρρυθμιστεί.